και οδηγούσε τον Προυστ σε έκσταση!

© Κ. Λ.

Η τοιχογραφία στην οικία των Βέττι στην Πομπηία υπενθυμίζει πόσο εκτιμούνταν τα σπαράγγια στην αρχαιότητα. Η τοιχογραφία δείχνει τρία ψάθινα καλάθια, αυτά που χρησιμοποιούσαν οι βοσκοί για να στραγγίσουν τα τυριά μετά την προετοιμασία, ίσως γεμάτα με κάποιο γνωστό και σήμερα τυρί και ένα δεμάτι άκαμπτων σπαραγγιών τοποθετημένων όρθια στον τοίχο.

Πομπηία
νεκρή φύση με σπαράγγια και τυριά, λεπτομέρεια, Πομπηία, οικία των Βέτι.

Αυτή η φαλλική πτυχή – ιδιαίτερα των λευκών – οδήγησε τους συγγραφείς, από την αρχαιότητα μέχρι τουλάχιστον τον δέκατο όγδοο αιώνα, να τονίσουν την ιδιότητά τους -ή την ανεπιθύμητη επίδραση ανάλογα με τις απόψεις- να ξυπνήσει το πάθος ή να «ξυπνήσει τον πόθο».

Με καταγωγή από την Ασία, γνωστά στους Αιγύπτιους και στους Έλληνες και εξαπλωμένα σε όλη τη Μεσόγειο, αγαπήθηκαν ιδιαίτερα από τους Ρωμαίους. Τα σπαράγγια, που προήλθαν από το άγριο φυτό ασπαραγίνη, ήταν πολύτιμα και λόγω της δυσκολίας καλλιέργειάς τους.

Δεν ήταν όμως αγαπητά μόνον στους αρχαίους∙ πολλοί καλλιτέχνες έχουν απεικονίσει τα σπαράγγια, είτε συμπεριλαμβάνοντάς τα σε σύνθετες νεκρές φύσεις μαζί με άλλα φυτά, ή καθιστώντας τα αποκλειστικά θέματα, όπως ο Φλαμανδός Άντριεν Κορτ στον έργο του ‘δέσμη σπαραγγιών’, μια ελαιογραφία σε καμβά μόλις 30 x 23 εκατοστών. Ο ζωγράφος έχει απεικονίσει αρκετούς βλαστούς λευκών σπαραγγιών δημιουργώντας μια δέσμη που ισορροπεί ασταθώς επάνω σε κάποια επιφάνεια -προφανώς- κουζίνας: αναδύεται από το σκούρο φόντο, φωτισμένη από αριστερά, με τα κοτσάνια ήδη καθαρισμένα από το χώμα και κομμένα λοξά. Όλα τα στελέχη είναι στραμμένα προς την ίδια κατεύθυνση, εκτός από ένα που βρίσκεται εκτός δέσμης και κρέμεται από το ράφι, έχοντας χάσει την ακαμψία των υπόλοιπων.

Άντριεν Κορτ «νεκρή φύση με σπαράγγια»
Εντουάρ Μανέ «Σπαράγγια»

Ο ιμπρεσιονιστής Εντουάρ Μανέ δημιούργησε επίσης ένα πίνακα με αυτό το θέμα, η θέα του οποίου πάντα συνέπαιρνε τον Μαρσέλ Προυστ ο οποίος, το 1913 στο «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο», αναφέρεται σ’ αυτόν και -ίσως- να διευκρινίζει και τον λόγο για την έλξη που εξασκούσε το συγκεκριμένο λαχανικό στους καλλιτέχνες: […] «αλλά στεκόμουν γεμάτος θαυμασμό μπροστά στα σπαράγγια, που έχουν χρώμα θαλασσί και ροζ και η μυτερή άκρη τους, με λεπτότατες πινελιές μωβ και γαλάζιες, ξεθωριάζει ανεπαίσθητα ως τη ρίζα τους –λερωμένη ακόμα από το χώμα του φυτού με ιριδισμούς που δεν είναι γήϊνοι. Είχα την εντύπωση πως οι ουράνιες αυτές αποχρώσεις πρόδιδαν τα γλυκύτατα πλάσματα που, κάτω απ’ τη μεταμφίεση της σφιχτής και γευστικής τους σάρκας, άφηναν να διαφανεί, σ’ αυτά τα χρώματα που γεννιούνται με τη χαραυγή, σ΄ αυτές τις απόπειρες ουράνιου τόξου, σ’ αυτό το σβήσιμο γαλανής βραδιάς, η πολύτιμη ουσία, που την αναγνώριζε και πάλι, όταν όλη η νύχτα μετά το δείπνο, όπου είχα φάει σπαράγγια, τα πλάσματα τούτα έπαιζαν τις ποιητικές και άσεμνες φάρσες τους, όπως σε παραμύθι του Σαίξπηρ, μετατρέποντας το δοχείο μου σε βάζο με αρώματα…»*

Είναι προφανές λοιπόν πως η υφή, η ιδιάζουσα αισθητική και η φωτογένειά του δημιούργησαν αυτή την αγάπη των καλλιτεχνών προς το σπαράγγι.

*Από «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» – Από τη μεριά του Σουάν, μετάφραση Παύλος Ζάνας

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ΄οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση του παρόντος άρθρου,
(ολόκληρου ή αποσπασμάτων)

επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα

© periopton