Μιας και καταπιαστήκαμε στις προηγούμενες δημοσιεύσεις με καθρέφτες ας δούμε τί σημαίνει να ζούμε σε έναν κόσμο γεμάτο αντανακλάσεις. Η σύγχρονη πόλη γίνεται μια αίθουσα κατόπτρων: παράθυρα αυτοκινήτου, ανακλαστικοί τοίχοι και γυάλινες επιφάνειες βρίσκονται παντού, μεταδίδοντας μια πολυφωνία ή κακοφωνία από διαφορετικές εκδόσεις του χώρου—πολύ ασαφής, παραμορφωμένος, ή με ασθενικά χρώματα που δεν έχετε ξαναδεί.

© Κ. Λ.

Κόσμοι αναδύονται συνεχώς στην επιφάνεια και, όπως μια λέξη που επαναλαμβάνεται πάρα πολλές φορές, αρχίζουν να χάνουν την αναφορά τους. Οι αμυδρές εικόνες εξαιρετικά φευγαλέες και απατηλές που προκύπτουν, δεν βρίσκουν θέση στο γιγαντιαίο παζλ της μνήμης μας, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να ομαδοποιηθούν με εικόνες που είναι κατά κάποιο τρόπο σταθερές όσον αφορά την πραγματικότητα, η οποία πλέον μπορεί να αναθεωρηθεί. Αποτελεί αξίωμα ότι η εικόνα που αλλάζει συνεχώς, ακυρώνει την προηγούμενη.

© Κ. Λ.

Ωραία, και τί έχει κατορθώσει αυτή η ιδιομορφία; Μας έχει βοηθήσει στην κατανόηση του εαυτού, μας έχει δημιουργήσει εμμονές, μας έχει οδηγήσει στην αφηρημένη σκέψη, μας έχει ωθήσει σε μια επαναδιαπραγμάτευση όσον αφορά την οπτική πρόσληψη του περιβάλλοντος χώρου ή αποτελεί ένα σύνηθες συμβαίνον που προσπερνάμε απαρατήρητο;

Επίσης, ο καθρέφτης θα έγραφε μια ιστορία φωτογραφικής αισθητικής που είναι τόσο συνεχής όσο η ιστορία της φωτογραφικής τεχνικής.

Εδώ καλό θα είναι να σταθούμε λίγο και να εξετάσουμε συνοπτικά το ιστορικό πλαίσιο που περιλαμβάνει το κάτοπτρο Κλοντ (Claude) ή ‘μαύρο καθρέφτη’ όπως συνηθίζεται να αναφέρεται.

Οι μαύροι καθρέφτες (βλέπε περισσότερα γι’ αυτούς στο άρθρο:Μαύρος καθρέφτης όπως… Ίνσταγκραμ‘) είναι θα λέγαμε οι αρμοί στην αισθητική προσέγγιση του περιβάλλοντος και υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι συνέβαλαν στην προδιαμόρφωση του «φωτογραφικού βλέμματος» προτού τεθεί τεχνικά θέμα φωτογραφίας.

Αυτό αφορούσε τον χώρο και τον χρόνο, «διορθώνοντας» (έκφραση που συνηθιζόταν τον δέκατο όγδοο αιώνα) μια σκηνή που αποτυπώνει μια θέα με την ατμόσφαιρά της και την κάνει διαχρονική. Ένας εντελώς διαφορετικός τρόπος να δεις, αποφεύγοντας τη διαμεσολάβηση του φακού φοβούμενος την αντικειμενικότητά του.

Αντί να μας αποκαλύψουν τον περιβάλοντα χώρο «όπως είναι», οι κατοπτρισμοί (και κατ’ επέκταση οι καθρέφτες) δείχνουν τις πολλές διαφορετικές απόψεις μιας τρέχουσας συνθήκης και μας πιέζουν να επιλέξουμε μεταξύ τους την εικόνα που θέλουμε να προβάλλουμε για τον κόσμο. Μήπως η γοητεία του να βλέπουμε ένα συγκεχυμένο τόπο αντισταθμίζει την ψυχολογική πίεση της συνεχούς αποθήκευσης, επεξεργασίας και συσχέτισης αυτών των διαφορετικών ομοιοτύτων;

Επίσης, ο καθρέφτης θα έγραφε μια ιστορία φωτογραφικής αισθητικής που είναι τόσο συνεχής όσο η ιστορία της φωτογραφικής τεχνικής. Η τελευταία είχε διαμορφωθεί σύμφωνα με το πνεύμα, το οποίο θεωρούσε τη φωτογραφία πάνω απ’ όλα τεχνολογικό επίτευγμα, και ως εκ τούτου τον φυσικό κληρονόμο της ζωγραφικής. Αυτή λοιπόν η δυνατότητα είναι η εν τοις πράγμασι υλοποίηση της επιθυμίας του θεατή τοπίου να διορθώσει τη σκηνή στον καθρέφτη χωρίς να χρειάζεται να κατέχει και να εφαρμόσει τις δεξιότητες και τους αισθητικούς κανόνες της ζωγραφικής, να του επιτραπεί να ξεχάσει την αλληλεπίδραση μεταξύ ματιού και περιβάλλοντος. Ο καθρέφτης λοιπόν, στον οποίο θα μπορούσαμε -μεταξύ μας βέβαια και εχέμυθα- να πιστώσουμε τη διαμόρφωση της αισθητικής. Αν και συχνότατα αγνοούμε το βάρος αυτής της αισθητικής κληρονομιάς στη δική μας προσέγγιση και κατανόηση του τοπίου.

Η προσωπική διείσδυση – περιήγηση εκτός από το ότι μας αποκαλύπτει αχαρτογράφητα και περίεργα τοπία, γίνεται επίσης ένα ερέθισμα για να αναλογιστούμε αυτό που είμαστε: εμείς και η εικόνα μας… το είδωλό μας. (Κ. Λ.)

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ΄οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση του παρόντος
(ολόκληρου ή αποσπασμάτων), χωρίς την άδεια του εκδότη

επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα

© periopton