τα αυτοπορτρέτα του Μαρσέλ Μπασκουλάρ

© Dominique Morlet
ο Μαρσέλ Μπασκουλάρ με το τρίκυκλό του μπροστά στο φωτογραφείο Μορλέ © Dominique Morlet

Ο Μαρσέλ Μπασκουλάρ, αυτός ο Γάλλος καλλιτέχνης γεννήθηκε σε ένα χωριό κοντά στη Μπουρζ το 1913, βίωσε την τέλεια ανατροπή στα 19 του όταν η μητέρα του δολοφόνησε τον πατέρα του και η ίδια κλείστηκε σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Κατέληξε ιδία βουλήσει άστεγος και πέρασε σαν παρίας την ενήλικη ζωή του στα περίχωρα της Μπουρζ, χρησιμοποιώντας σαν κατάλυμα ένα εγκαταλελειμμένο φορτηγό. Βιοποριζόταν πουλώντας αναμνηστικά σχέδια και ζωγραφικούς πίνακες με τα αξιοθέατα της μεσαιωνικής πόλης. Είχε λάβει καλλιτεχνική εκπαίδευση, έχοντας εκθέσει και μια φορά στο Παρίσι, και ήταν γνωστός για τις φωτογραφικού ρεαλισμού σχεδιαστικές απεικονίσεις των περιχώρων της πόλης. Ζωγράφος, ποιητής, σχεδιαστής, φωτογράφος και εικονογράφος, ο οποίος έμαθε μόνος του πέντε γλώσσες. Ενας ιδιόρρυθμος ήσυχος άνθρωπος.

Αλλά αυτό που ενδιαφέρει εδώ, δεν είναι τόσο η εικαστική και λογοτεχνική δραστηριότητα και παραγωγή του, αλλά μια σειρά φωτογραφικών αυτοπροσωπογραφιών που κατέλιπε, όπου εμφανίζεται με γυναικεία ρούχα. Τα στοιχεία που προκαλούν εντύπωση κατά τη θέαση αυτών των μικρών ταλαιπωρημένων και αλλοιωμένων εικόνων του Μαρσέλ Μπασκουλάρ, πέρα από την προαναφερθείσα παρένδυση η οποία πιθανόν αποτελεί ευθεία αναφορά στη μητέρα του , είναι πολλά.

Πρώτον η σειρά των φωτογραφιών καλύπτει διάστημα τριών δεκαετιών, ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1940, καταγράφοντας μια σειρά μεταβολών τόσο στην εξωτερική εμφάνιση όσο και στη συναισθηματική διάθεση. Το νεανικό σφρίγος και η αυτοπεποίθηση αντικαθίστανται, καθώς τα μαλλιά αρχίζουν να γκριζάρουν, από διστακτικότητα και ανασφάλεια. Ισως και λίγο φόβο, γιατί προφανώς αυτά που βίωνε στην καθημερινότητα και τα οποία δεν επέτρεπε να παρεισφρύσουν στην σκηνοθετημένη πραγματικότητά του, δεν ήταν διαχειρίσιμα καθώς προχωρούσε η ηλικία. Η ζωή ενός αστέγου ενέχει πολλούς κινδύνους, παρά το γεγονός πως μπορεί να είσαι συμπαθής στον περίγυρο, όπως συνέβαινε και στην περίπτωση του Μπασκουλάρ. Εδώ καλό είναι να διευκρινιστεί πως ο Μπασκουλάρ δεν ήταν παρενδυτικός με την έννοια του μονίμως ή της σεξουαλικότητας. Σχεδίαζε και κατασκεύαζε τα ιδιότυπα ρούχα τα οποία χρησιμοποιύσε μόνον για τις ανάγκες της φωτογράφισης. Σύμφωνα με επίσημη αναφορά για ένα περιστατικό το 1952, όταν συνελήφθη επειδή περπατούσε στους δρόμους με «λάθος» ρούχα, είπε στην αστυνομία: «Είναι καλλιτεχνική αναγκαιότητα».

Ενα άλλο στοιχείο που τραβάει την προσοχή είναι η γλώσσα του σώματος κατά την ώρα της φωτογράφισης. Εχεις την εντύπωση πως το φωτογραφικό στιγμιότυπο τον διέκοψε από μια ασχολία, πως μαζί με το κλείστρο πατήθηκε και το πλήκτρο ‘παύση’ του χρονικού συνεχούς. Υπάρχει μια σωματική συσπείρωση και μια προφανής ανυπομονησία σαν να περιμένει να περάσουν αυτά τα βασανιστικά κλάσματα του δευτερολέπτου για να συνεχίσει τη διαδρομή του. Το πάντα βιαστικό άσπρο κουνέλι που ακολούθησε η Αλίκη.

Αυτό όμως που αποτελεί χαρακτηριστικό ειδοποιό στοιχείο, είναι το κομμάτι του καθρέφτη που κρατάει εν είδει αξεσουάρ στο χέρι του στις περισσότερες φωτογραφίες, και όπου μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν γύρω από τις αιτίες παρουσίας του. Από μόνο του, με τέμνουσες επιφάνειες και αιχμηρές απολήξεις, αποτελεί ένα εν δυνάμει φονικό εργαλείο. Σε συνδυασμό με τα φορέματα ίσως αναφέρεται στο αιματηρό συμβάν με τη μητέρα του. Πιθανόν ο καθρέφτης χρησιμεύει επίσης ως «μεταβατικό αντικείμενο», καθώς τα παιδιά μερικές φορές μεταφέρουν πέτρες ή άλλα γωνιώδη αντικείμενα, που τα βοηθούν παρέχοντάς τους ασφάλεια και συνέχεια. Επίσης είναι ένα θραύσμα, μέρος ενός κατακερματισμένου ψευδαισθητικού συνόλου, που μέσα από αυτό -πιθανόν- έβλεπε τον κόσμο ή χρησίμευε σαν πύλη για να περάσει στην άλλη πλευρά.

Εν ολίγοις, ένας σπασμένος καθρέφτης, όπου μόνον αυτός γνώριζε την αιτία της παρουσίας του αλλά και υπαινιγμός πως ο Bascoulard ήξερε πώς να διατηρήσει το μυστήριο.

Αν και η φωτογραφική μηχανή του ανήκε, ο ίδιος δεν πάτησε ποτέ το κλείστρο, ζητώντας από κάποιον κοντινό του να διεκπεραιώσει τη φωτογράφιση, αλλά παρ’ όλα αυτά ο Μαρσέλ Μπασκουλάρ, το μοντέλο-φωτογράφος, σκηνοθέτησε σχολαστικά και σχολίασε όλα τα φωτογραφικά του πορτρέτα, με μόνο ένα αντίτυπο να έχει τυπωθεί από το καθένα.

Ο Μπασκουλάρ δολοφονήθηκε το 1978 από μια ομάδα νεαρών, απόρροια του αστικού μύθου που είχε δημιουργηθεί και τον ήθελε να κρύβει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό στο παράπηγμα που εγκαταβιούσε.

Να τί έγραψε γι΄αυτόν η ιστορικός τέχνης Ματίλντ Μαρσάν: «Από τον Μαρσέλ Μπασκουλάρ, τον περιπλανώμενο, τον αλήτη, τον αξιοπερίεργο της Μπουρζ, αυτό που θα θυμόμαστε είναι τα σχέδια, οι φωτογραφίες και η αποσυνάγωγη ζωή. Επαναστατικός, περίεργος, άφραγκος, καλλιεργημένος, αμήχανος, σχολαστικός, αντι-κομφορμιστής και ταλαντούχος: εν ολίγοις, ένας ζωντανός μύθος. Ιδού λίγα, συχνά επαναλαμβανόμενα, λόγια γι ‘αυτόν: ένας πατέρας δολοφονημένος από μια μητέρα που τελικά εγκλείεται σε ψυχιατρικό νοσοκομείο (1932)· ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι, η καμπίνα ενός φορτηγού ή μια καλύβα ως σπίτι (από το 1936)· μερικά μαθήματα στην Καλών Τεχνών. εκατοντάδες σχέδια με σινική μελάνη της πόλης Μπερύ – συνηθισμένα «αναμνηστικά» που αγαπήθηκαν πολύ από τους ντόπιους. φωτογραφικά πορτρέτα με «γυναικεία ρούχα» (από το 1942)· είδη ένδυσης που κατασκευάζονται από αυτόν. πολλά ποιήματα. ένα τρίκυκλο ως τρόπος μετακίνησης. και ένας τραγικός θάνατος (1978).»

Ο ίδιος σε μια από τις επιστολές του, εξομολογήθηκε: «Αν κυκλοφορώ με γυναικεία ρούχα, είναι επειδή το βρίσκω πιο καλαίσθητο. Για χάρη της τέχνης, όταν φοράω γυναικεία ρούχα, παίρνω μαζί μου τη φωτογραφική μου μηχανή και ζητώ από ανθρώπους που γνωρίζω να με φωτογραφίσουν.»

Δεν νομίζω πως αφήνει περιθώρια αμφιβολίας αυτή η ρητή δήλωση για το τι θεωρούσε ότι ήταν οι φωτογραφίες του: Τέχνη. (Κ. Λ.)

απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ΄οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση του παρόντος
(ολόκληρου ή αποσπασμάτων), χωρίς την άδεια του εκδότη

επιμέλεια-έρευνα-κείμενο: Κάππα Λάμδα

© periopton