στην Βίβιαν Μάιερ & τον Σολ Λάιτερ

ενός θηρευτή εικόνων μεγάλων αποστάσεων και ενός που παραμονεύει

Η σειρά του periopton που εξετάζει ιδιαίτερους φωτογράφους – δύο ή περισσότερους κάθε φορά- οι οποίοι παρά τις ομοιότητές τους παρουσιάζουν ειδοποιές διαφορές, αλλά παρατηρούνται αντίστοιχα και χαρακτηριστικές συγγένειες.

Υπάρχει μια κατηγορία φωτογραφίας, όπου ο φωτογράφος μεταφέρει δυνητικά το στούντιό του στο δρόμο, δημιουργώντας έργο που είναι γνωστό σαν φωτογραφία δρόμου. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα κυνήγι, μια αναζήτηση, που στοχεύει στο να ανασύρει από την καθημερινότητα το διαφορετικό, το αναπάντεχο, το εσώτερο και να το αποτυπώσει φωτογραφικά. Αυτή η αναζήτηση, ή η καταδίωξη αν προτιμάτε του θηράματος -εικονιστικού στην προκειμένη περίπτωση- και η ανεύρεσή του προκαλεί ένα αίσθημα ικανοποίησης και πληρότητας, είναι ευτυχία… όπως αναφέρει και ο Χέμινγουεϊ στο ομώνυμο διήγημά του. (βλέπε https://periopton.com/2020/06/14/%ce%b1%ce%bd%ce%ad%ce%ba%ce%b4%ce%bf%cf%84%ce%bf%cf%82-papa-hemingway/). Αυτή λοιπόν η φωτογραφική κατηγορία χωρίζεται σε δυο είδη που διακρίνονται από την τακτική. Τον τύπο φωτογράφου που, εν είδει φλανέρ, διανύει μεγάλες αποστάσεις για την ανεύρεση θέματος και τον φωτογράφο που περιμένει υπομονετικά το θέμα… να περάσει από μπροστά του.

Στην πρώτη περίπτωση συγκαταλέγεται η φωτογράφος Βίβιαν Μάιερ ενώ στη δεύτερη περίπτωση χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο φωτογράφος Σολ Λάιτερ. Να σημειωθεί πως στο παρόν άρθρο θα παρουσιαστεί το έγχρωμο έργο τους, έτσι ώστε να υπάρξει μια ισοβαρής προσέγγιση, με την απουσία των ιδιαίτερης δυναμικής και επίδρασης ασπρόμαυρων εικόνων. Η παραλληλία βέβαια διατηρείται ως προς το είδος του μέσου, γιατί όσον αφορά την ερμηνεία του θέματος παρατηρείται σημαντική ειδοποιός διαφορά.

«Η Μάιερ ήταν μια πρώιμη ποιήτρια της έγχρωμης φωτογραφίας», γράφει ο Τζόελ Μεγιέροβιτς. «Μπορείτε να δείτε στις φωτογραφίες της ότι ήταν μια άμεση ερευνήτρια της ανθρώπινης συμπεριφοράς, της εξελισσόμενης στιγμής, της λάμψης μιας χειρονομίας ή της διάθεσης που αποκαλύπτει μια έκφραση του προσώπου – σύντομα γεγονότα, που για αυτήν μετέτρεπαν τις καθημερινές σκηνές του δρόμου σε αποκάλυψη.»

Φαντασθείτε την Βίβιαν Μάιερ με την μόνιμα ετοιμοπόλεμη φωτογραφική μηχανή, μαζί με τα παιδιά που ανατρέφει, όπου στις περιπλανήσεις τους εκτός σπιτιού περνάνε από το κατώφλι του οικείου τώρα, σε ένα επισφαλές επέκεινα όχι με χαριτωμένους πιγκουίνους που τραγουδάνε και χορεύουν, αλλά σε μία περιθωριακή, απρόβλεπτη και επικίνδυνη πραγματικότητα και τί έχουμε; Την Μαίρη Πόπινς αλλά… πιο Γκόθικ, πιο σκοτεινή, πιο ερασικίνδυνη.

Η Maier μπορεί και συμπεριλαμβάνει λεπτομέρειες μιας ολόκληρης διήγησης σε ένα μόνο κάδρο. «Μια φωτογραφία είναι ένα μυστικό για ένα μυστικό», είπε η Νταϊάν Άρμπους. Στην περίπτωση της Βίβιαν Μάιερ, η φωτογράφος αποτελούσε επίσης μυστικό.

«Η Μάιερ ήταν μια αυτοδίδακτη πολυμαθής φωτογράφος», αναφέρει ο ιστορικός Κόλιν Γουέστερμπεκ. «Το μόνο πλεονέκτημα που αποκόμησε η Μάιερ κρατώντας τις φωτογραφίες της για τον εαυτό της, ήταν μια εξαίρεση από την αντίφαση και τη συγκατάβαση. Δεν χρειαζόταν να ανησυχεί ούτε για την εικονοποιητική ορθοδοξία ούτε για την αποδοχή των συναδέλφων της».

Από τη δεκαετία του 1950 μέχρι και λίγα χρόνια πριν πεθάνει άπορη, το 2009 σε ηλικία ογδόντα τριών ετών, η Μάιερ τράβηξε τουλάχιστον εκατόν πενήντα χιλιάδες φωτογραφίες, κυρίως στο Σικάγο, και δεν τις έδειξε σε κανέναν. Είναι ενδεικτικό, ίσως, ότι ένα από τα αγαπημένα της μοτίβα ήταν να φωτογραφίζει τη σκιά της. Για δεκαετίες βιοποριζόταν ως νταντά σε αστικά σπίτια της πόλης, αλλά η πραγματική της ενασχόληση ήταν να περιπλανιέται στους δρόμους με την κάμερά της και να απαθανατίζει πνευματώδεις εικόνες υπέροχου αυθορμητισμού και συνθετικής ιδιαιτερότητας. Όταν κάποτε ερωτήθηκε επίμονα για το επάγγελμά της, η Maier δεν περιέγραψε τον εαυτό της ως νταντά. «Είμαι ένα είδος κατασκόπου» απάντησε. Από αυτό το είδος είναι όλοι οι μεγάλοι φωτογράφοι δρόμου.

Ο Σολ Λάιτερ έχει λάβει τη δέουσα αναγνώριση -ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια- για το ρόλο του ως ένας από τους πρωτοπόρους της έγχρωμης φωτογραφίας. Ήδη από το 1946, και συνεπώς αρκετά πριν από τους εκπροσώπους του κινήματος φωτογραφίας «νέο χρώμα» στη δεκαετία του 1970, όπως ο Γουίλιαμ Ίγκλεστον και Στήβεν Σορ, αυτός ήταν ένας από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν έγχρωμες φωτογραφίες για δημιουργικές λήψεις, παρά το γεγονός ότι αποδοκιμαζόταν από άλλους καλλιτέχνες της εποχής του. Πάνω σ’ αυτό ο Λάιτερ απαντάει με μετριοφροσύνη πως: «Διάφοροι λένε τώρα ότι είμαι πρωτοπόρος. Δεν ξέρω πόσο αληθινό είναι αυτό. Ο Κερτέζ χρησιμοποίησε χρώμα, ο Μοχόλι-Νάγκυ χρησιμοποίησε χρώμα. Ηταν πάντα καλλιτέχνες που αμφισβήτησαν την ακραία χρήση του χρώματος. Η Μαίρη Κασάτ πιστεύει ότι ο Ματίς ήταν διστακτικός. Πάντα υπήρχε η σκέψη ότι το χρώμα δεν έχει την ίδια σπουδαιότητα όσο η αναζήτηση της φόρμας. Πολλοί πιστεύουν ότι σε όποιον αρέσει το χρώμα βρίσκεται σε λάθος δρόμο. Ίσως το έργο μου να μην έχει δομή, δεν ξέρω. Πάντως αποτελεί μυστήριο για μένα, που ο καθένας πιστεύει ότι το να σου αρέσει το χρώμα είναι κακό πράγμα.»

Πράγματι, ο Σολ Λάιτερ με το έργο του ουσιαστικά ξαναγράφει την ιστορία της φωτογραφίας και ίσως είναι αυτός η αιτία για να αναθεωρήσουμε τις παλαιότερες αισθητικές αντιλήψεις για την ηγεμονία της ασπρόμαυρης φωτογραφίας και την ιστορικά χρονολογημένη πρώτη καλλιτεχνική χρήση της έγχρωμης φωτογραφίας στις αρχές του 1970.

Βρίσκει τα θέματά του σε μικρή ακτίνα απο το διαμέρισμά του στη Νέα Υόρκη, στο οποίο είχε ζήσει για σχεδόν 60 χρόνια και όπως λέει: «Οι άνθρωποι σκέφτονται ότι έχω επινοήσει αυτή την ιστορία, αλλά έπαιρνα πρωινό στο ίδιο μαγαζί με τον Ρόμπερτ Φρανκ, και ήρθε μια μέρα και είπε ότι επιστρέφει στην Ελβετία. Τον ρώτησα γιατί; και μου απάντησε πως δεν υπάρχει τίποτα για να φωτογραφίσει εδώ. Τότε βέβαια έκανε τους ‘Αμερικανούς’, εγώ αντίθετα έβλεπα κάτι γύρω που είχε ενδιαφέρον και το φωτογράφιζα, ίσως γιατί ήμουν τεμπέλης.»

Η ασάφεια της λεπτομέρειας, το θόλωμα της κίνησης και η μείωση του βάθους πεδίου, η χρήση των σκιών ή η εκούσια αποφυγή χρήσης του αναγκαίου φωτός, καθώς και η αποξένωση που προκαλείται από τη φωτογράφηση μέσα από τα παράθυρα ή τις αντανακλάσεις, όλα συνδυάζονται για να δημιουργήσουν ένα υποτονικού χρώματος χρονικό για ένα ημι-πραγματικό, ημι-αφηρημένο αστικό χώρο.

Ο Μάρτιν Χάρισον, εκδότης και συγγραφέας του βιβλίου ‘Σόλ Λάιτερ: Πρώιμο χρώμα’, γράφει: « η ευαισθησία του Λάιτερ … τον τοποθέτησε μακριά από τις εσωτερικές συγκρούσεις με το αστικό άγχος που συνδέεται με φωτογράφους όπως ο Ρόμπερτ Φράνκ ή ο Γουίλιαμ Κλάιν. Αντιθέτως, γι’ αυτόν η κάμερα παρέχει έναν εναλλακτικό τρόπο να παρατηρεί, να καδράρει τα γεγονότα και να ερμηνεύει την πραγματικότητα. Αναζητεί στιγμές από μια αθόρυβη ανθρώπινη παρουσία στη δίνη του Μανχάταν, σφυρηλατώντας μοναδικές αστικές ποιμενικές εικόνες από τις πιο απίθανες περιστάσεις ».

Ένα άλλο κοινό σημείο, άξιο αναφοράς, μεταξύ Μάιερ και Λάιτερ, είναι το γεγονός πως μετά τον θάνατό τους βρέθηκε απίστευτος αριθμός άναρχα αποθηκευμένων φωτογραφιών. Οι εικόνες και από τους δυο που δημοσιοποιούνται κατά καιρούς, αποτελούν το κλάσμα από ένα σώμα δεκαετιών αταξινόμητης εργασίας.

απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ΄οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση του παρόντος
(ολόκληρου ή αποσπασμάτων), χωρίς την άδεια του εκδότη

έρευνα-επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα

© periopton