‘Η Δημοκρατία της Λογοτεχνίας’

(απόσπασμα)

Τζον λε Καρέ πέθανε τον Δεκέμβριο του 2020, αφήνοντας πίσω ένα τελευταίο, ολοκληρωμένο μυθιστόρημα, το ‘Silverview’ – έχοντας συγκατανεύσει για την δημοσίευσή του –, το οποίο αναφέρεται σε έναν βιβλιοπώλη που εμπλέκεται σε μια κατασκοπευτική ίντριγκα.

Το βιβλίο θα εκδοθεί αυτόν το μήνα από τις εκδόσεις Penguin και τις εκδόσεις Viking (για Αμερική).

«Αν υποθέσουμε ότι δημιουργείς -σε αυτόν τον υπέροχο χώρο, παρθένο ακόμα- κάτι τόσο αδοκίμαστο, τόσο δελεαστικό και πρωτότυπο, ώστε να αποτελεί το σημείο συζήτησης κάθε καλλιεργημένου και επίδοξου καλλιεργημένου πελάτη στην περιοχή;»

«Ας υποθέσουμε.»

«Δεν είναι απλώς τμήμα μεταχειρισμένων βιβλίων. Δεν είναι ένα αυθαίρετο αποθετήριο βιβλίων χωρίς χαρακτήρα, αλλά ένα σκόπιμα επιλεγμένο προσκύνημα για τα πιο απαιτητικά μυαλά της εποχής μας – και όλων των εποχών. Ένα μέρος όπου ένας άντρας ή μια γυναίκα μπορεί να μπει, λοξοδρομώντας, χωρίς να γνωρίζει τίποτα και να φύγει διευρυμένος, εμπλουτισμένος και λαχταρώντας περισσότερα. Γιατί χαμογελάς; »

Ένας τόπος όπου ένας άνθρωπος που πρόσφατα αυτοπροσδιορίσθηκε βιβλιοπώλης, και που μόνον αργότερα συνειδητοποίησε ότι ένα τέτοιο επάγγελμα έχει τις δικές του αλλόκοτες δεξιότητες και γνώσεις, τις οποίες θα μπορούσε να τις αποκτήσει αθόρυβα και αδιαμφισβήτητα, ενώ θα εμφανιζόταν όλο αυτό το διάστημα να τις παρέχει από τα δικά του πνευματικά εφόδια σε ένα ευγνώμων κοινό.

Αλλά, ακόμα και όταν του πέρασε από το μυαλό αυτή η ανάξια σκέψη, ο Τζούλιαν είχε αρχίσει να πιστεύει στην ιδέα χάριν της ιδέας. Όχι βέβαια πως ήταν ακόμα έτοιμος να το ομολογήσει στον Έντουαρντ Έιβον.

«Ακουγόσουν λίγο σαν τον πατέρα μου για μια στιγμή. Συγγνώμη. Συνέχισε.»

«Όχι μόνο μεγάλους μυθιστοριογράφους, που είναι προφανώς αναμενόμενοι. Αλλά φιλοσόφους, στοχαστές, ιδρυτές μεγάλων κινημάτων, ακόμα και αυτούς που μπορεί να απεχθανόμαστε. Επιλεγμένους όχι από το νεκρό χέρι της κυρίαρχης πολιτιστικής γραφειοκρατίας, αλλά ακόμα και από το βιβλιοπωλείο του Λόντσλι. Και ονομάζεται-«

«Με τί όνομα, αλήθεια;» αντιγύρισε ο Τζούλιαν, αβέβαια.

Ο Έιβον σταμάτησε, για να εντείνει ακόμη περισσότερο την προσμονή του ακροατηρίου του: «Θα το πούμε Δημοκρατία της Λογοτεχνίας», δήλωσε, και κάθισε πίσω με τα χέρια σταυρωμένα ενώ μελετούσε τον δικό του. Και η αλήθεια ήταν ότι, ακόμη και αν ο Τζούλιαν είχε αρχίσει να σκέφτεται πως αυτή ήταν η πιο υπερβολική παρουσίαση πώλησης στην οποία είχε ποτέ υποβληθεί, μια παρουσίαση που έπαιζε με ύποπτη ακρίβεια πάνω στην αίσθηση του πολιτιστικού ελλείμματος – για να μην αναφέρουμε ένα εξωφρενικό τεκμήριο εκ μέρους ενός ανθρώπου, την καλή πίστη του οποίου συνέχισε να αμφισβητεί έντονα – παρόλα αυτά το μεγάλο όραμα του Έντουαρντ Έιβον μίλησε κατευθείαν στην καρδιά του, και για τον λόγο για τον οποίο ήταν εδώ.

Δημοκρατία της Λογοτεχνίας;

Του άρεσε.

Του θύμισε κάτι.

Ήταν αριστοκρατικό, αλλά είχε καθολική απήχηση. Ας το κάνουμε.

Και μπορεί να είχε δώσει μια πιο ενθαρρυντική απάντηση πέρα από την προβλεπόμενη ενός ανθρώπου του Σίτυ: «Ακούγεται πολύ καλό, θα πρέπει να το σκεφτώ», αν ο Έντουαρντ Έιβον δεν ήταν ήδη όρθιος, μαζεύοντας το καπέλο του -ένα Χόμπουργκ με σκληρό γείσο, το αδιάβροχο και την ομπρέλα του στο δρόμο προς το γκισέ, όπου στάθηκε προσηλωμένος στην κουβέντα του με την πληθωρική Αντριάνα.

Σε ποια γλώσσα όμως συζητούσαν;

Για τον Τζούλιαν ήταν η γλώσσα του εκφωνητή στο ραδιόφωνο της κουζίνας. Ο Έντουαρντ Έιβον έκανε μια αστεία χειρονομία, η Αντριάνα γέλασε και την ανταπέδωσε. Συνέχισαν να αστειεύονται και να γελάνε μέχρι την πόρτα. Μετά γύρισε στον Τζούλιαν και του χάρισε ένα τελευταίο κουρασμένο χαμόγελο. (απόδοση: Κάππα Λάμδα)

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ΄οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή του παρόντος
(ολόκληρου ή αποσπασμάτων),
χωρίς ενεργό σύνδεσμο (link) http://www.periopton.com

επιμέλεια-μετάφραση: Κάππα Λάμδα

© periopton