© Κ. Λ.

[…] Λεπτά σωματίδια σκόρδου, κρεμμυδιού και ελαιολάδου στροβιλίζονταν στον αέρα, σχηματίζοντας ένα αρμονικό σύννεφο που διαπερνούσε κάθε γωνιά του μικροσκοπικού μου διαμερίσματος, διαποτίζοντας το πάτωμα, την οροφή και τους τοίχους, τα ρούχα μου, τα βιβλία μου, τους δίσκους μου, τη ρακέτα του τένις , τις δέσμες παλιών γραμμάτων μου. Ήταν ένα άρωμα που θα μπορούσε να μυρίσει κάποιος στα αρχαία ρωμαϊκά υδραγωγεία.

[…] Κάθε φορά που καθόμουν μπροστά σε ένα πιάτο σπαγγέτι – ειδικά ένα βροχερό απόγευμα – είχα την ξεχωριστή αίσθηση ότι κάποιος ήταν έτοιμος να χτυπήσει την πόρτα μου. Το άτομο που φανταζόμουν ότι επρόκειτο να με επισκεφτεί ήταν διαφορετικό κάθε φορά. Μερικές φορές ήταν ένας ξένος, μερικές φορές κάποιος που ήξερα. Κάποτε, ήταν ένα κορίτσι με λεπτά πόδια με το οποίο είχα βγει στο λύκειο, και κάποτε ήταν ο εαυτός μου, πριν από λίγα χρόνια, που ήρθε για επίσκεψη. Μια άλλη φορά, ήταν ο Γουίλιαμ Χόλντεν, αγκαζέ με την Τζένιφερ Τζόουνς.

Ο Γουίλιαμ Χόλντεν;

Κανένας από αυτούς τους ανθρώπους, ωστόσο, δεν τόλμησε πραγματικά να μπει στο διαμέρισμά μου. Αιωρούνταν ακριβώς έξω από την πόρτα, χωρίς να χτυπούν, σαν θραύσματα μνήμης, και στη συνέχεια γλιστρούσαν μακριά.

© Κ. Λ.

[…] Όταν χτύπησε το τηλέφωνο στις 3:20 το μεσημέρι, ήμουν αραχτός πάνω στο τατάμι, κοιτάζοντας το ταβάνι. Μια λίμνη φωτός από ένα χειμωνιάτικο ήλιο είχε σχηματιστεί στο σημείο που ξάπλωνα. Ξάπλωνα εκεί σαν νεκρή μύγα, άδειος, με μια στενή δέσμη από το φως του Δεκέμβρη να πέφτει επάνω μου.

Στην αρχή, δεν αναγνώρισα τον ήχο καθώς χτυπούσε το τηλέφωνο. Ήταν περισσότερο σαν μια άγνωστη ανάμνηση που είχε διστακτικά γλιστρήσει ανάμεσα στα στρώματα του αέρα. Τελικά, όμως, άρχισε να παίρνει μορφή και, τελικά, αυτό που ήταν, ήταν αδιαμφισβήτητα ένα τηλέφωνο που χτυπούσε. Ήταν ένα εκατό τοις εκατό χτύπημα τηλεφώνου στον εκατό τοις εκατό πραγματικό αέρα. Ακόμα αραχτός, τεντώθηκα και σήκωσα το ακουστικό.

Στην άλλη άκρη ήταν ένα κορίτσι, ένα κορίτσι τόσο ακαθόριστο που, εν τέλει, θα μπορούσε κάλλιστα να είχε εξαφανιστεί εντελώς. Ήταν η πρώην φίλη ενός φίλου μου. Κάτι τους είχε φέρει κοντά, αυτόν τον τύπο και αυτό το απροσδιόριστο κορίτσι, και κάτι τους είχε οδηγήσει στον χωρισμό. Είχα παίξει, ομολογώ απρόθυμα, ρόλο στο να τους φέρω, εξ αρχής, σε επαφή.

«Συγγνώμη που σε ενοχλώ», είπε, «αλλά ξέρεις πού είναι τώρα;»

Κοίταξα το τηλέφωνο, διατρέχοντας με το βλέμμα μου όλο το μήκος του καλωδίου. Το καλώδιο ήταν σίγουρα ενωμένο με τη συσκευή. Κατάφερα να δώσω μια αόριστη απάντηση. Υπήρχε κάτι το δυσοίωνο στη φωνή της κοπέλας, και όποιο πρόβλημα κι αν δημιουργούσε ήξερα ότι δεν ήθελα να εμπλακώ.

«Κανείς δεν μου λέει πού είναι», είπε με ψυχρό τόνο. «Όλοι προσποιούνται ότι δεν ξέρουν. Αλλά υπάρχει κάτι σημαντικό που πρέπει να του πω, γι’ αυτό σε παρακαλώ, πες μου πού είναι. Υπόσχομαι να μην σε μπλέξω σ’ αυτό. Πού είναι;»

«Ειλικρινά δεν ξέρω», της είπα. «Δεν τον έχω δει εδώ και πολύ καιρό.» Η φωνή μου δεν έμοιαζε να είναι η δική μου. Έλεγα την αλήθεια ότι δεν τον είχα δει για πολύ καιρό, αλλά δεν είπα για το άλλο μέρος – που γνώριζα τη διεύθυνση και τον αριθμό τηλεφώνου του. Κάθε φορά που λέω ψέματα, συμβαίνει κάτι περίεργο στη φωνή μου.

Κανένα σχόλιο από αυτήν.

Το τηλέφωνο ήταν σαν μια στήλη πάγου.

Τότε όλα τα αντικείμενα γύρω μου μετατράπηκαν σε στήλες πάγου, σαν να ήμουν σε μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας του Τζ. Τζ. Μπάλαρντ. (απόδοση από τα Αγγλικά, Κάππα Λάμδα)

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ΄οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή του παρόντος
(ολόκληρου ή αποσπασμάτων),
χωρίς ενεργό σύνδεσμο (link) http://www.periopton.com

επιμέλεια-εικόνες-μετάφραση: Κάππα Λάμδα

© periopton

(μετάφραση από τα Ιαπωνικά,
Φίλιπ Γκάμπριελ)