σημειώνω πως το παρόν κείμενο είναι αναγκαστικά περιορισμένο και συνοπτικό και πιθανόν, ως εκ τούτου, να εκληφθεί ως ελλιπές

Με αφορμή την πώληση ενός αντιγράφου της Μόνα Λίζα γνωστής και ως Τζοκόντα, σε απρόσμενα υψηλή τιμή, ας θυμηθούμε τις ολίγον σκοτεινές και διαπλεγμένες ιστορίες που την ακολουθούν και την περιβάλλουν με πολλά ερωτηματικά και με την -απαραίτητη- αχλύ αμφιβολιών.

Όταν λοιπόν ένα από τα παλαιότερα αντίγραφα του διάσημου πίνακα του Λεονάρντο ντα Βίντσι (σημειωτέον πως από τις αρχές του 17ου αιώνα, φιλοτεχνήθηκαν πολλά αντίγραφα του έργου), ο οποίος ολοκληρώθηκε το 1503 και μπήκε στη βασιλική συλλογή του Φραγκίσκου Α’ της Γαλλίας λίγο μετά, βγαίνει στην αγορά, οι θαυμαστές ανταποκρίνονται με πάθος.

‘Μόνα Λίζα του Χέκινγκ’, αρχές XVII αιώνα, λάδι σε μουσαμά

Από τις 11 έως τις 18 Ιουνίου, ο οίκος Κρίστις αφιέρωσε μια ολόκληρη διαδικτυακή πώληση σ’ αυτό το αντίγραφο, διάσημο για την ιδιαίτερη ιστορία του.

Εκτιμώμενη τιμή κατ’ ανώτατο όριο τα 300.000 ευρώ, ο πίνακας της «Μόνα Λίζα του Χέκινγκ», (πήρε το όνομά του από τον περίφημο ιδιοκτήτη του) προσέλκυσε τουλάχιστον 14 πλειοδότες πριν το σφυρί πέσει στα 2,9 εκατομμύρια ευρώ προς όφελος ενός Ευρωπαίου συλλέκτη, έναντι των πλειοδοτών από την Ασία ή τη Μέση Ανατολή.

Αξία που αντιστοιχεί για την απόκτηση ενός μοναδικού αριστουργήματος του Σαρντέν είτε του Κράναχ του πρεσβύτερου. Μόνο που «δεν είχαν υποβάλει προσφορά συλλέκτες παλαιών πινάκων, αλλά λάτρεις των εμβληματικών εικόνων», λέει ο Πιερ Ετιέν, διευθυντής στο Κρίστις του τμήματος ζωγραφικής του 19ου αιώνα και παλαιότερα. Ποια είναι όμως η απίστευτη ιστορία αυτής της Μόνα Λίζα Χέκινγκ;

Αυτός ο πίνακας σε καμβά αποκτήθηκε από τον Ρέιμοντ Χέκινγκ (1866-1977) για τρία φράγκα, από έναν παλαιοπώλη σε ένα μικρό χωριό στην περιοχή της Νίκαιας στη Γαλλία, κατά τη δεκαετία του 1950. Παθιασμένος συλλέκτης τέχνης ο Χέκινγκ, ήταν πεπεισμένος ότι είχε αγοράσει τον πραγματικό πίνακα, φτάνοντας στο σημείο να πει ότι η εκδοχή (ζωγραφισμένη σε ξύλο) που φυλάσσεται στο Λούβρο δεν ήταν η αρχική. Υποστήριζε ότι μετά την κλοπή της Μόνα Λίζα το 1911 από τον Ιταλό Βιντσέντζο Περούτζια, είχε τοποθετηθεί στη θέση της ένα αντίγραφο.

Εμμονικός με αυτήν την ιδέα, ο Χέκινγκ υπερασπίστηκε την αυθεντικότητα του πίνακά του έναντι αυτού του Λούβρου μέχρι τη δεκαετία του 1960, απαιτώντας από το ίδρυμα να αποδείξει ότι όντως κατείχε τον πίνακα που φιλοτεχνήθηκε από τον Δάσκαλο της Ιταλικής Αναγέννησης. Θεωρούσε ότι ο πίνακας που είχε επιστραφεί στο Λούβρο το 1914, τρία χρόνια μετά την κλοπή του από τον Ιταλό Βιντσέντζο Περούτζια, ήταν πλαστός(!).

Βιντσέντζο Περούτζια

Αυτή η διαμάχη προκάλεσε σάλο στα ΜΜΕ σε όλο τον κόσμο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο Χέκινγκ, που ήθελε να μιλήσει γι ‘αυτό, εκμεταλλεύτηκε την τεράστια κάλυψη από τα ΜΜΕ, τα οποία, το 1962-1963, συνόδευσαν το ταξίδι του αριστουργήματος -ως δάνειο- για πρώτη φορά στην Εθνική Πινακοθήκη της Ουάσιγκτον και κατόπιν στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, για να επικοινωνήσει με τους Αμερικανούς δημοσιογράφους. Μετά το θάνατο του Ρέιμοντ Χέκινγκ το 1977, ο πίνακας παρέμεινε στους απογόνους του.

«Το 2021, είναι απίστευτο να βλέπεις ότι αυτό το έργο εξακολουθεί να μεταφέρει μέρος του τρελού ονείρου του συλλέκτη», σχολιάζει ο Πιερ Ετιέν.

Ας σημειώσουμε όμως ότι πέρα από την επίσημη εκδοχή της κλοπής, υπήρχαν υποψίες πως η υπόθεση ήταν αρκετά πιο σκοτεινή και με μεγαλύτερο βάθος.

Στις 21 Αυγούστου 1911, όταν η Μόνα Λίζα κλάπηκε από το Μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι. Ήταν Δευτέρα – το μουσείο ήταν κλειστό και η ασφάλεια ως εκ τούτου ελάχιστη – και ο κλέφτης φέρεται να πέρασε το σαββατοκύριακο σχεδιάζοντας τη ληστεία, ενώ κρυβόταν σε μια από τις ντουλάπες του μουσείου.

εξώφυλλο του ‘Journal Illustré Quotidien Excelsior’, που εικονογραφεί τη διαδικασία της κλοπής. Δεκέμβριος, 1913.

Από τη στιγμή που ανακαλύφθηκε η κλοπή -την κλοπή αντιλήφθηκαν πρώτοι δυο αντιγραφείς έργων και οι οποίοι ειδοποίησαν την διεύθυνση του μουσείου- η υπόθεση στράφηκε προφανώς στο ποιός το έκανε. Σύντομα, μια πληροφορία από έναν κλέφτη έργων τέχνης θα έκανε την αστυνομία να στρέψει την προσοχή της σε έναν από τους πιο ελπιδοφόρους νέους καλλιτέχνες της χώρας: τον Πάμπλο Πικάσο. Ο Πικάσο, ο οποίος είχε μετακομίσει στο Παρίσι μια δεκαετία νωρίτερα, συναναστρεφόταν με μια παρέα Μποέμ που ονομαζόταν η συμμορία του Πικάσο. Μεταξύ αυτών ήταν ο ποιητής και συγγραφέας Γκιγιώμ Απολλιναίρ, απολογητής του κυβισμού και πρωτοπόρος του σουρεαλισμού, πρώην γραμματέας του οποίου ήταν ο Πιερέ, ένας άνθρωπος αμφιβόλου ηθικής. Λίγο μετά την κλοπή της Μόνα Λίζα, ο Πιερέ -παρασυρμένος ίσως από το ενδεχόμενο χρηματικής αμοιβής- μπήκε στο γραφείο του περιοδικού Παρί-Ζουρνάλ και ισχυρίστηκε ότι είχε αφαιρέσει στο παρελθόν έργα τέχνης από το Λούβρο και τα είχε δώσει σε «φίλους». Ο Πιερέ έλεγε την αλήθεια. Το 1907, είχε κλέψει τουλάχιστον δύο Iβηρικά γλυπτά που κατασκευάστηκαν τον 3ο ή τον 4ο αιώνα π.Χ. και τα πούλησε στον Πικάσο, ο οποίος του πλήρωσε 50 φράγκα ανά τεμάχιο. (Ο Πικάσο εμπνεύστηκε το έργο του ‘Οι δεσποινίδες της Αβινιόν’ από αυτά τα τεχνουργήματα.)

ένα από τα γλυπτά που κλάπηκαν από τον Πιερέ. φωτο: (C) RMN-Grand Palais (musée d’Archéologie nationale).

Δεν ήταν μόνο αυτό. Ο Πιερέ έκλεψε επίσης ένα παρόμοιο αντικείμενο από το Λούβρο το 1911 και το τοποθέτησε στο τζάκι του Απολλιναίρ. Η αστυνομία διάβασε για τα κατορθώματα του Πιερέ με μεγάλο ενδιαφέρον. Πίστευαν ότι οι άνθρωποι που είχαν στην κατοχή τους αυτά τα γλυπτά μπορεί επίσης να έχουν τη Μόνα Λίζα. Και δεν δυσκολεύτηκαν πολύ να εξακριβώσουν ποιοι ήταν ακριβώς οι φίλοι του κλέφτη.

Ο Πικάσο με την Fernande Olivier και το συγγραφέα Ramon Reventós. Φωτογραφία του Vidal Ventosa, Βαρκελώνη 1906.
Πίσω από τον ζωγράφο η φωτογραφία -μεταξύ άλλων- της Μόνα Λίζα

Έτσι ο Πικάσο και ο Απολλιναίρ, οι δύο κύριοι πρωταγωνιστές του Κυβισμού, αναδυόμενοι διανοούμενοι επαναστάτες ενάντια στην καλλιτεχνική έκφραση προηγούμενων εποχών, καταλήγουν ως ύποπτοι στην υπόθεση. Παρόλο που και οι δύο άνδρες είχαν στην κατοχή τους κλεμμένα έργα τέχνης, ο δικαστής διαπίστωσε ότι το γεγονός αυτό δεν είχε καμία σχέση με την εξαφάνιση της Μόνα Λίζα και αποφάσισε να απορρίψει την υπόθεση.

Παρ’ όλα αυτά είναι μια ιστορία που κάνει ακόμα πολλούς να φαντασιώνονται, έτοιμοι να ξοδέψουν ένα τρελό χρηματικό ποσό για να αποκτήσουν αυτό το τρόπαιο.

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ΄οιονδήποτε τρόπο αναδημοσίευση/χρήση/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου, (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)
χωρίς ενεργό σύνδεσμο (link) http://www.periopton.com

επιμέλεια-έρευνα-κείμενο: Κάππα Λάμδα

© periopton