Τον περασμένο Απρίλιο, ο γαλλικός εκδοτικός οίκος Εκδόσεις Γκαλιμάρ κυκλοφόρησε το βιβλίο «Τα εβδομήντα πέντε φύλλα και άλλα ανέκδοτα χειρόγραφα» (Les Soixante-quinze Feuillets et Autres Manuscrits Inédits), του Μαρσέλ Προυστ. Ο τόμος περιέχει ένα χειρόγραφο εβδομήντα πέντε σελίδων του 1908, που φημολογούνταν ότι υπήρχε αλλά ανακαλύφθηκε μόλις πρόσφατα, στα προσωπικά αρχεία του εκδότη Μπερνάρ ντε Φαλουά μετά το θάνατό του. Σε αυτές τις σελίδες – που περιλαμβάνουν το ακόλουθο απόσπασμα – ο Προυστ σκιαγράφησε πολλά από τα θέματα και τις σκηνές που θα σχεδίαζε τελικά για το αριστούργημά του, «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο».

© Κ. Λ.

Μια μέρα στην παραλία, εντόπισα, περπατώντας τελετουργικά κατά μήκος της άμμου, σαν δύο θαλασσοπούλια έτοιμα να πετάξουν, δύο νεαρά κορίτσια, δύο νεαρές γυναίκες σχεδόν, οι οποίες, λόγω της ασυνήθιστης εμφάνισης και του στυλ τους, του αλαζονικού και επιτηδευμένου βηματισμού τους, τις εξέλαβα για ακόμα δύο ξένες που δεν θα έβλεπα ποτέ ξανά∙ δεν κοιτούσαν κανέναν και δεν με πρόσεξαν.

Δεν τις ξαναείδα τις επόμενες ημέρες, πράγμα που επιβεβαίωσε την αίσθηση ότι ήταν απλώς περαστικές από τη μικρή παραθαλάσσια πόλη μας, όπου όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους, ακολουθούσαν τον ίδιο ρυθμό ζωής και συναντιόντουσαν τέσσερις φορές την ημέρα για να παίξουν τα ίδια αθώα παιχνίδια στην παραλία. Αλλά αρκετές μέρες αργότερα είδα πέντε ή έξι κορίτσια της ίδιας πάστας να συγκεντρώνονται γύρω από μια υπέροχη άμαξα που είχε σταματήσει δίπλα στην παραλία∙ αυτές που βρίσκονταν στην άμαξα αποχαιρετούσαν τις άλλες, οι οποίες έσπευσαν προς τα άλογά τους, τα οποία ήταν δεμένα δίπλα και πάνω στα οποία έφυγαν. Πίστευα ότι αναγνώρισα ένα από τα δύο κορίτσια που είχα δει να περπατούν στην άμμο, αν και δεν ήμουν σίγουρος, αλλά το κορίτσι που πραγματικά ξεχώρισε για μένα αυτή τη φορά είχε κόκκινα μαλλιά, βλέμμα καθαρό και υπεροπτικό που έπεσε επάνω μου, ρουθούνια που τρέμιζαν στον άνεμο και ένα καπέλο που έμοιαζε με τα ανοιχτά φτερά ενός γλάρου που πετούσε στον άνεμο ανακατεύοντας τις κόκκινες μπούκλες της. Εφυγαν.

Τις ξαναέβλεπα πότε πότε. Αναγώρισα δύο από αυτές που ήθελα να τις ξαναδώ. Μερικές φορές, όταν συναντούσα την παράξενη ομάδα, αυτές οι δύο δεν ήταν ανάμεσά τους και αυτό με λυπούσε. Αλλά, χωρίς να ξέρω από πού έρχονταν ή πότε θα ήταν εκεί, δεν ήμουν ποτέ σε θέση να προβλέψω τις εμφανίσεις τους, και είτε αναλωνόμουν λαχταρώντας να τις δω χωρίς να μπορώ είτε όταν ξαφνικά τις έβλεπα, ήμουν πολύ αναστατωμένος για να το απολαύσω. Ήταν οι κόρες ή οι ανιψιές της τοπικής ελίτ, ευγενείς ή πλούσιες οικογένειες που συγχρωτίζονταν με τους αριστοκράτες και οι οποίοι έρχονταν να περάσουν μερικές εβδομάδες κάθε χρόνο στο Σ.

© Κ. Λ.

Μερικοί από εκείνους των οποίων τα αρχοντικά ήταν πολύ κοντά, μόλις λίγα χιλιόμετρα μακριά, έρχονταν συχνά στην παραλία αυτήν την εποχή, αν και δεν ζούσαν στην ίδια την πόλη. Παρόλο που ανάμεσά τους υπήρχαν πιθανώς πολλές εξαιρέσεις σε αυτήν την κομψότητα, φυσικά, η τυχαία ομαδοποίηση αυτών των κοριτσιών προσέδωσε σε όλα μια κάποια χάρη, κομψότητα και αιθεριότητα, μια περιφρονητική υπερηφάνεια που τα έκανε να μοιάζουν με ένα εντελώς διαφορετικό είδος από τα κορίτσια του κόσμου μου. Μου φάνηκαν να ντύνονται με έναν ασυνήθιστο τρόπο που δεν θα ήξερα πώς να ορίσω, και που πιθανότατα ήταν απλώς αποτέλεσμα του γεγονότος ότι οι φίλες μου περνούσαν τον χρόνο τους ακολουθώντας αθλήματα που δεν γνώριζαν – ιππασία, γκολφ, τένις. Συνήθως, φορούσαν φούστες για ιππασία ή ρούχα γκολφ, μπλουζάκια για τένις. Πιθανότατα κυνηγούσαν αυτές τις δραστηριότητες μακριά από την παραλία και έρχονταν εκεί μόνο περιστασιακά, βάσει ενός προγράμματος που δεν είχα κανένα τρόπο να γνωρίζω — για παράδειγμα, ίσως μετά το γκολφ την ημέρα όταν δεν υπήρχε χορός στο Σατώ του Τ., κτλ. – και έμεναν για μικρό χρονικό διάστημα, σαν να επισκέπτονταν μια κατακτημένη χώρα, χωρίς να καταδέχονται να δώσουν στους ιθαγενείς που ζούσαν εκεί κάτι περισσότερο από ένα υπεροπτικό και κατάφωρα αγενές βλέμμα που έλεγε «Δεν ανήκετε στον κόσμο μου», και μερικές φορές μάλιστα ανταλλάσσοντας μεταξύ τους, χωρίς να προσπαθούν να το κρύψουν, ένα χαμόγελο που σήμαινε «Μα κοιτάξτε τους!»           (απόδοση Κ. Λ.)

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ΄οιονδήποτε τρόπο αναδημοσίευση/χρήση/ιδιοποίηση
του παρόντος (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)
χωρίς ενεργό σύνδεσμο (link) http://www.periopton.com

επιμέλεια: Μαραλίνα Λ.

απόδοση-εικόνες: Κάππα Λάμδα

© periopton

Marcel Proust
‘Les Soixante-quinze Feuillets
et Autres Manuscrits Inédits’
edition établie par
Nathalie Mauriac Dyer
Éditions Gallimard