το κείμενο αυτό αποτελεί τη συντετμημένη μορφή ενός εκτενέστερου,
έτσι ώστε να προσαρμοσθεί στις διαδυκτιακές νόρμες

«Το όνειρο είναι το ενυδρείο της νύχτας.» Βίκτωρ Ουγκώ
από το έργο ‘οι εργάτες της θάλασσας’ (1866)

Μια εικόνα η οποία κατά τη διάρκεια της ημέρας εύκολα μπορεί να αγνοηθεί σαν κάτι το συνηθισμένο και καθημερινό, η ίδια εικόνα το βράδυ μεταμορφώνεται, γίνεται μυστηριώδης, με τα στοιχεία που τη συνθέτουν να μεγεθύνονται από το σκοτάδι: η άσφαλτος, πιθανόν βρεγμένη, αντανακλάει τη λάμψη από τα φώτα του δρόμου, οι σκιές επιμηκύνονται, οι προβολές των φυλλωμάτων δείχνουν να αναρριχώνται στους τοίχους των κτηρίων. Τα δε χρώματα αποκτούν ενα πιο κορεσμένο και διακριτό σώμα. Σ’ αυτό συνηγορεί και ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ ο οποίος σχολιάζει σε μια επιστολή του πως: «Πιστεύω πως η νύχτα έχει πιο έντονα και πλούσια χρώματα από τη μέρα.» (Souvent il me semble que la nuit est bien plus vivante et richement colorée que le jour.)

© Κ. Λ.

Υπό το φως του αναπλαστικού μύθου της λοιπόν, η εικόνα παίρνει μια εντελώς νέα διάσταση, ταυτόχρονα γοητευτική όσο και απειλητική∙ η πορεία που υποδεικνύεται στον ημιφωτισμένο δρόμο του προσδίδει έναν παράξενο και σουρεαλιστικό χαρακτήρα, στενά συνδεδεμένο με τη σύγχρονη έννοια του «κοινωνικού φανταστικού» που καθιέρωσε ο συγγραφέας Πιερ Μακ Ορλάν (The Wharf of Mists, 1927)*.

Ο Ντεριντά καταλήγει σε ένα παρόμοιο συμπέρασμα όταν επισημαίνει ότι: «… η οπτική τέχνη είναι πιο ενδιαφέρουσα όταν εμφανίζεται ως ένα παιχνίδι ανάμεσα στο φως/σκοτάδι, βλέποντας/μη βλέποντας, ορατό/αόρατο, μεταξύ, δηλαδή, όρασης/τύφλωσης. Το πρόβλημα είναι να γνωρίσουμε αυτές τις συζεύξεις κατά μια έννοια πέρα από τα δυαδικά αρχεία, όπως «φως» ή «σκοτάδι», πιθανότατα ως σχισμές, αμοιβαιότητες, ανταγωνισμούς, αλληλεπιδράσεις ».

Αντίθετα ο Μπρασάι, αυτός ο πρωτοπόρος της νυχτερινής φωτογραφίας και ως εκ τούτου κατ’ εξοχήν αρμόδιος, υπερασπιζόταν πάντα τη ρεαλιστική και «τεκμηριωτική» διάσταση των βραδινών φωτογραφιών του: «Ο σουρεαλισμός των εικόνων μου δεν ήταν παρά η απόδοση του πραγματικού που έγινε φανταστικό δια της όρασης. Προσπαθούσα μόνο να εκφράσω την πραγματικότητα, γιατί τίποτα δεν είναι πιο σουρεαλιστικό».

Brassai Le ruisseau serpente Paris

Καθώς λοιπόν η νύχτα μεταμορφώνει το τοπίο, η νυκτωδία μεταβάλλει τις προσδοκίες σχετικά με τα είδη αλήθειας που η τέχνη θα έπρεπε να αποκαλύψει, προβάλλοντας ανατρεπτικά την λεπτή ισορροπία του ρομαντικού μυστηρίου και της αφηρημένης μορφής ενάντια στην επικρατούσα αντίληψη με τον αφηγηματικό και σκληρό μιμητισμό.

Το ασαφές των νυχτερινών μορφών τοποθετείται όχι μόνο μεταξύ φύσης και πόλης, ρομαντισμού και μοντερνισμού, αλλά επίσης μεταξύ τέχνης και φωτογραφίας. Και ήταν προφανώς σε αυτό το σημείο που ο Πωλ Μάρτιν, επαγγελματίας φωτογράφος και εικονογράφος που κατέγραψε τη ζωή στους δρόμους του Λονδίνου, πήρε τις πρώτες υπαίθριες νυκτερινές αστικές φωτογραφίες τον Φεβρουάριο του 1896.

Paul Martin Trafalgar Square on a Very Wet Night c. 1896

Ακολούθησε ο Αλφρεντ Στίγκλιτζ, ο οποίος μπόρεσε να μειώσει τον χρόνο έκθεσης του Μάρτιν – ο οποίος ήταν 10 έως 30 λεπτά – σε 58 δευτερόλεπτα, γεγονός που του επέτρεψε να συλλάβει κινούμενα αντικείμενα όπως, για παράδειγμα, άμαξες.

Alfred Stieglitz, Winter,Fifth Avenue, October 1905
Alfred Stieglitz, Reflections, Night, New York

Στον Μάρτιν άρεσαν οι υγρές νύχτες, επειδή αύξαναν το «εικονογραφικό αποτέλεσμα» και μείωναν τους «περίεργους θεατές». Αντίστοιχα και ο Μπρασάι, με τις εμβληματικές εικόνες από το νυχτερινό Παρίσι, πίστευε παρόμοια ότι η ομίχλη και η βροχή έκαναν την πόλη πιο φωτογενή, όπως στην κινηματογραφικής ατμόσφαιρας φωτογραφίας του: «La Colonne Morris dans le Brouillard« του 1932, όπου ένας άνδρας με καμπαρντίνα εξετάζει διαφημίσεις σε μία από αυτές τις κυλινδρικές κατασκευές αναρτήσεων.

Brassai collone Morris

Για το φασματικό «Nightview, New York» από το 1932, που πάρθηκε από το παράθυρο ενός ουρανοξύστη, η Μπερενίς Άμποτ χρησιμοποίησε έναν ειδικά κατασκευασμένο εμφανιστή για αρνητικό ώστε να αποδώσει τις αντιθέσεις φωτός και σκότους. Αλλά έπρεπε επίσης να υπάρξει προγραμματισμός εκ των προτέρων, δεδομένου ότι η φωτογραφία μπορούσε να ληφθεί μόνο μια συγκεκριμένη περίοδο του χρόνου – λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, όταν σκοτείνιαζε γύρω στις 4:30μ.μ. – και γνώριζε ότι τα φώτα στα κτίρια γραφείων θα έσβησαν μετά τις 5μ.μ. (!)

Berenice Abbott “Nightview, New York”

Η ανωνυμία αυτών των σκηνών και ο αφηρημένος χαρακτήρας των συνθέσεων τις καθιστούν την παγκόσμια ενσάρκωση της νύχτας σε μια σύγχρονη μητρόπολη. Είναι αυτές που εκπροσωπούν, μέσα από ένα θέμα εξαιρετικής απλότητας , μία από τις πιο κοινότοπες πτυχές αλλά και πιο εντυπωσιακές της νυχτερινής ζωής.

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ΄οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή του παρόντος
(ολόκληρου ή αποσπασμάτων),
χωρίς ενεργό σύνδεσμο (link) http://www.periopton.com

*μια λιγότερο ρομαντική έννοια του φανταστικού,
όπως είναι κοινώς κατανοητό, μεταφρασμένο
μέσω του φακού της νεωτερικότητας.
Αντί της έκρηξης του υπερφυσικού στην καθημερινότητα,
ο Μακ Ορλάν βρήκε μια νέα μορφή του φανταστικού
στην έκρηξη του νεωτερισμού στην κοινωνική ζωή,
με διαβολικές εκπορεύσεις όχι σε υπερφυσικά όντα ή πλάσματα,
αλλά σε ανθρώπους
όπως ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης, ο Ανρί Λαντρί και η Μάτα Χάρι –
πρόσωπα των οποίων η επιρροή γίνεται γνωστή στο υπό εξέταση μυθιστόρημα.

επιμέλεια-εικόνες-κείμενο: Κάππα Λάμδα

© periopton