ένα κείμενο του Κάππα Λάμδα που δημοσιεύθηκε στο μονοθεματικό τεύχος (Νο. 24) του περιοδικού Φωτογράφος, με τον γενικό τίτλο ‘Γιατί φωτογραφίζουμε;’

«Ευγενικέ αναγνώστη! δες εδώ, μπροστά σου, μια κάμερα Obscura, στην οποία
τα φώτα και οι αποχρώσεις χορεύουν σε έναν λευκό καμβά και μεγεθύνονται εμφανώς εμψυχωμένα! – αν έχεις ελεύθερο χρόνο για μια τέτοια ανάλαφρη ψυχαγωγία, έλα και δες τα θαύματα του μαγεμένου κήπου μου».
ΕΡΑΣΜΟΣ ∆ΑΡΒΙΝΟΣ*
-ο Βοτανικός Κήπος-

Aυτά το 1790. Έκτοτε το μαγεμένο κήπο τον επισκέπτονταν όλο και περισσότεροι και από ένα σηµείο και μετά, µε τη δυνατότητα που παρείχαν οι διαρκώς εξελισσόμενες φωτογραφικές μηχανές, αποσπούσαν και από ένα κομμάτι του μέχρι που δεν απέμεινε τίποτε από τη μαγεία. Παρ’ όλα αυτά, η προσέλευση συνεχίζεται αυξανόμενη συνεχώς μολονότι απουσιάζει το ερέθισµα· αυτή δε η χειρονοµία του φωτογραφίζειν δεν αποτελεί πλέον την εξωτερίκευση μιας εσωτερικής ανάγκης, αλλά ανταποκρίνεται περισσότερο σε κάποιου είδους διεκπεραιωτικής διαδικασίας. Από τη μαγεία στον καταναγκασμό.

© Μαραλίνα Λ.

Εύλογα λοιπόν αναδύεται το ερώτημα – ιδιαίτερα μετά την απομάγευση: Γιατί φωτογραφίζουμε; Mια δύσκολη ερώτηση… μια απάντηση με πολλές βαριάντες. Κατ’ αρχάς σε ποιό είδος φωτογραφίας αναφερόμαστε; Σ΄αυτήν που περιλαμβάνει την δημιουργία εικόνων ως μέρος μιας αφήγησης, είτε ως ανάθεση κάποιας εργασίας είτε ως μέρος ενός προσωπικού έργου, την τεκμηρίωση μιας κατάστασης, ενός τόπου, ανθρώπων και χρόνου; Ή το πλήθος των φωτογραφιών που δημιουργείται από μη φωτογράφους στα φωτοτηλέφωνά τους; Άτεχνες φωτογραφίες των παιδιών, μια βραδιά με φίλους, γενεθλίων, διακοπών, σχολικών εκδηλώσεων και ιστορικών μνημείων.

«Όλες οι κακές φωτογραφίες είναι ίδιες, αλλά κάθε καλή φωτογραφία είναι καλή με τον δικό της τρόπο. Οι κακές φωτογραφίες έχουν βρει την αποθέωσή τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου όλοι είναι φωτογράφοι και όπου πρέπει να υποφέρουμε μέσα από τη «φωτογραφία» του άλλου με τον τρόπο που οι πρόγονοί μας υπέμειναν τρομερές απαγγελίες ποίησης μετά το δείπνο» -Τέτζου Κολ.

«..Φωτογραφίζουμε γιατί η σχέση μας με τη φωτογραφία
εξαρτάται, όχι από την αλήθεια, αλλά από την επιθυμία…»

Πίσω από αυτήν την συσσώρευση των φωτογραφικών εικόνων ανιχνεύεται αυτό που οι Ρώσοι αποκαλούν πόσλοστ: ψεύτικο συναίσθημα, ανάξια νοσταλγία. Σύµφωνα με τον Ναμπόκοφ, το πόσλοστ: «δεν είναι μόνο το προφανώς τιποτένιο αλλά κυρίως το ψευδώς σημαντικό, το ψευδώς όμορφο, το ψευδώς έξυπνο, το ψευδώς ελκυστικό». (Θεωρώ πάντως ότι αυτές οι εικόνες είναι σημαντικές, εξεταζόμενες βέβαια από την πλευρά της ταξινομητικής φωτογραφίας. Πιστεύω ότι είναι σηµαντικές όχι για ό,τι απεικονίζουν, απαραίτητα, αλλά για τα στοιχεία που μεταφέρουν σχετικά με τον πολιτισμό από τον οποίο προήλθαν. Αν δεν συλλάβουμε το κοινότοπο και το μάταιο παράλληλα με το σημαντικό, χάνουµε την υφή της καθημερινής ζωής των ανθρώπων).

Γιατί λοιπόν φωτογραφίζουμε; Μα, γιατί απλά προκρίνεται έντονα η ιδέα της φωτογραφικής αντικειμενικότητας. Αυτή η ψευδαίσθηση που έχει διατηρηθεί από τους μηχανικούς περιορισμούς της συσκευής, σε αντίθεση με την ερμηνεία ενός πίνακα ή ενός γλυπτού. Αν η ζωγραφική, το σχέδιο και η γλυπτική φαίνεται να έχουν ωριμάσει σε σημείο που αγκαλιάζουν την υποκειμενικότητα τους, η φωτογραφία παραμένει σε εφηβική σύγκρουση με την αλήθεια. Ίσως αυτό οφείλεται στην κληρονομιά της μηχανικής φύσης της κάμερας, αλλά σε κάθε περίπτωση, μια κοινωνία τόσο βυθισµένη στην κατανάλωση των εικόνων εξακολουθεί να είναι πεπεισμένη για την αυθεντικότητα της φωτογραφίας. Υπάρχει ακόμα μια λανθασμένη αντίληψη ότι, αν στρέψεις μια συσκευή σε κάτι, το συλλαμβάνεις. Σαν μια φωτογραφία να συνέλαβε τον κόσμο. Αυτή η αντίληψη είναι λανθασμένη, αλλά δίνει στη φωτογραφία μια αύρα ισχύος. Έχει την ικανότητα να ξεγελάει τους ανθρώπους με τη σκέψη ότι βλέπουν κάτι που έχει συλληφθεί… η γοητεία γύρω από την έννοια «καθρέφτης με μνήμη».

Μη ξεχνάμε και τον Προυστ ο οποίος έβρισκε στις φωτογραφίες ενός είδους μεταφοράς της ακούσιας μνήμης: «Οι απολαύσεις είναι όπως οι φωτογραφίες. Αυτό που παίρνουµε παρουσία του αγαπημένου προσώπου είναι μόνο ένα στιγμιότυπο σε αρνητικό, το οποίο εµφανίζουμε αργότερα, όντας στο σπίτι, έχοντας στη διάθεσή μας αυτό το εσωτερικό σκοτεινό δωμάτιο στο οποίο απαγορεύεται η είσοδος όσο είναι άλλοι παρόντες». Σκοπός μου δεν είναι βέβαια να σταθώ στις φωτογραφίες που έχουν τραβηχτεί ερήμην. Θα επικεντρωθώ σε όσους φωτογραφίζουν χωρίς να αποσυνδέονται από τις σκέψεις που -λογικά- κάνει κάθε φωτογράφος κατά τη διαδικασία μιας φωτογράφισης.

Σ’ αυτήν την περίπτωση γιατί φωτογραφίζουμε; Φωτογραφίζουμε γιατί πιστεύουμε ότι μια φωτογραφική εικόνα είναι ένα ποίημα για το χρόνο, σχετικά με το «πάγωμα της στιγµής». Γιατί οι φωτογραφίες μας θυµίζουν αυτό που ήδη γνωρίζουμε (αλλά συνήθως επιλέγουμε να το απωθούμε): ότι μια φωτογραφία αντιπροσωπεύει μια αληθινή παρουσία (πιστοποιεί ότι ένα άτομο ήταν κάποτε εκεί πριν από την φωτογραφική μηχανή, σε κάποια προηγούμενη στιγμή στο χρόνο και στο χώρο), αλλά όχι μια αληθινή εμφάνιση.

© YASUHIRO ISHIMOTO Chicago

Φωτογραφίζουµε αποδεχόμενοι την πρόκληση να δημιουργήσουμε από μια πραγματικότητα που είναι πολύ πιο περίπλοκη από ό, τι θα είμαστε ποτέ σε θέση να φωτογραφίσουμε με την μηχανή μας. Πιστεύω ότι η πραγματικότητα σχηματίζεται από διάφορα πράγματα που δεν βλέπουμε, πολλές αφηρημένες έννοιες που διαμορφώνουν τον τρόπο που βιώνουμε τον κόσμο, αλλά δεν μπορούμε να τα τραβήξουμε φωτογραφίες. Αυτό που δεν βλέπουμε, το «αόρατο» δείχνει μια περιοχή πέρα από τον ορίζοντα. Το εκείθεν. Κατονομάζοντας την έλλειψη εμπειρίας, την αναγνωρίζουμε. Η λέξη δείχνει το όριο ανάμεσα σε ορατά και αόρατα, και λέει: «Υπάρχει κάτι εκεί». Ζούμε πραγματικά σε μια εννοιολογική πραγματικότητα.

Φωτογραφίζουµε γιατί, πέρα από τις εικονογραφικές εξαπατήσεις του μέσου όσο και τις χρονικές ιδιαιτερότητές του, η σχέση μας με τη φωτογραφία εξαρτάται, όχι από την αλήθεια, αλλά από την επιθυµία (από τη δική μας επιθυµία να υπερβούμε τον χρόνο και το χώρο μέσω της μαγείας της φωτογραφίας : να εξαπατήσουμε τον θάνατο, τρόπον τινά). Περιέργως, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν θα αναφερόταν σε αυτήν την απατηλή δύναµη της εικόνας ως «φαντασμαγορία», τονίζοντας την παραγωγική της σχέση με αυτό που προσποιείται ότι αντανακλά ως γεγονός της φύσης.

© Araki Nobuyoshi 1991

Φωτογραφίζουμε γιατί η φωτογραφία συμπυκνώνει θραύσματα του χρόνου, εύθραυστα σπαράγματα στα οποία η συνειδητοποίηση τού παροδικού γίνεται οξεία έως το σημείο του άγχους. ∆ημιουργεί μια «ζώνη του λυκόφωτος» της πραγματικότητας και κοντά στην εξαφάνισή της. (Αυτό το «ίχνος» της πραγματικότητας είναι εμφανές στα ατυχήματα της πρώιμης φωτογραφίας, όπου μια αναγκαστικά μεγάλη έκθεση συχνά οδηγούσε σε μια μικρή κίνηση του θέματος, προκαλώντας την καταγραφή ενός θολώματος αντί ενός ευκρινούς πεδίου που ήταν το επιθυμητό αποτέλεσµα. Τέτοιες στιγµές είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικές, καταδεικνύοντας τον μηχανισμό με τον οποίο δημιουργήθηκε η εικόνα παρά το θέμα).

© Κ. Λ. ‘Κολυμβητές’

Φωτογραφίζουμε επίσης, γιατί οι φωτογραφίες έχουν την δυνατότητα να διαφοροποιήσουν την συμπεριφορά, να τονώσουν την κατανόηση και να δημιουργήσουν μια αίσθηση επείγοντος που θα παρακινήσει τους ανθρώπους σε δράση.

Φωτογραφίζουμε γιατί η φωτογραφία είναι η παγκόσμια γλώσσα που μιλάει στο θυμικό.

Εν τέλει, φωτογραφίζουμε γιατί η φωτογραφία μπορεί να νικήσει τον χρόνο(;).

*Ο Έρασμος Δαρβίνος (1731–1802)
ήταν Άγγλος γιατρός, φιλόσοφος, φυσιοδίφης
και παππούς του γνωστού Κάρολου Δαρβίνου.

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ΄οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή του παρόντος
(ολόκληρου ή αποσπασμάτων),
χωρίς ενεργό σύνδεσμο (link) http://www.periopton.com

επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα

© periopton