ο Ναμπόκοφ σχολιάζει… την θερινή Αθήνα του μεσοπολέμου

από την ενότητα
«ο δρόμος του προσκυνητή»
from the series
«pilgrim’s road»
© Κ. Λ.

«Εκανε πολύ ζέστη, είχε πολλή σκόνη. Στα καφενεία σου έφερναν ένα τοσοδά φλιτζανάκι με ένα γλυκερό νεροζούμι μαζί με ένα πελώριο ποτήρι παγωμένο νερό. Στους φράχτες κατά μήκος της παραλίας ξεθώριαζαν αφίσες με το όνομα μιας Ρωσίδας τραγουδίστριας. Ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος που πήγαινε στην Αθήνα γέμιζε τη γαλάζια, αργόσχολη μέρα με ένα ελαφρύ βουητό και όλα πάλι γαλήνευαν. Τα νυσταλέα σπιτάκια της Αθήνας θύμιζαν πολιτειούλα της Βαυαρίας. Πέρα μακριά,τα κίτρινα βουνά ήταν πανέμορφα. Στην Ακρόπολη,ανάμεσα στα θραύσματα σπασμένων μαρμάρων,έτρεμαν στον άνεμο ανοιχτόχρωμες παπαρούνες. Καταμεσής στους δρόμους,λες και γινόταν τυχαία, ξεκινούσαν οι ράγες και στέκονταν τα βαγόνια των τρένων που προορίζονταν για διάφορα θέρετρα. Στους κήπους ωρίμαζαν πορτοκάλια. Σε ένα έρημο οικόπεδο απλώνονταν μεγαλόπρεπα μερικοί κίονες. Ένας από αυτούς ήταν πεσμένος και σπασμένος σε τρία σημεία. Όλα αυτά τα κίτρινα σπασμένα μάρμαρα είχαν ήδη περιέλθει στην κηδεμονία της φύσης».

απόσπασμα από το μυθιστόρημά του ‘Δόξα’, το οποίο για πρώτη φορά τώρα μεταφέρεται στα ελληνικά
(εκδόσεις Ελληνικά γράμματα -2020, μτφρ. Σταυρούλα Αργυροπούλου)

επιμέλεια-εικόνα: Κάππα Λάμδα

© periopton