το πλοίο, το ταξίδι, τα νησιά… όλα Ελλάδα!

© Κ. Λ. 2019

απόσπασμα από το βιβλίο του Χένρυ Μίλλερ «Ο κολοσσός του Μαρουσίου» *

«Την άλλη μέρα αποφάσισα να πάρω το καράβι για την Κέρκυρα, όπου με περίμενε ο φίλος μου ο Ντάρελ. Αποπλεύσαμε από τον Πειραιά κατά τις πέντε το απόγευμα, με τον ήλιο να καίει σαν καμίνι. Είχα κάνει το λάθος να πάρω εισιτήριο για τη δεύτερη θέση. Όταν είδα τα ζώα που έμπαιναν στο πλοίο, τα κρεβάτια, όλων των ειδών τα τρελά συμπράγκαλα που κουβαλάνε οι Έλληνες μαζί τους στο ταξίδι, το άλλαξα αμέσως για την πρώτη θέση, που ήταν μόλις λίγο πιο ακριβή από τη δεύτερη. Ποτέ πριν δεν είχα ταξιδέψει πρώτη θέση με κανένα μέσο, εκτός από το μετρό στο Παρίσι — μου φάνηκε πραγματική πολυτέλεια. Ο σερβιτόρος στριφογύριζε συνέχεια μ’ ένα δίσκο ποτήρια γεμάτα νερό. Αυτή ήταν και η πρώτη ελληνική λέξη που έμαθα: νερό, τι υπέροχη λέξη! Καθώς έπεφτε η νύχτα φάνηκαν αμυδρά τα νησιά, σε κάποια απόσταση, μάλλον αιωρούμενα πάνω από τα ύδατα παρά ακίνητα. Τα άστρα φάνηκαν με μια μεγαλόπρεπη λαμπρότητα και ο αέρας ήταν απαλός και δροσερός. Άρχισα αμέσως να νιώθω τι είναι η Ελλάδα, αυτό που υπήρξε, αυτό που θα είναι πάντα, ακόμα κι όταν θα έχει την ατυχία να κατακλυσθεί από αμερικανούς τουρίστες.

Δεν έχω ποτέ διαβάσει μια αράδα του Ομήρου, μα πιστεύω πως ο σημερινός Έλληνας στην ουσία του δεν έχει αλλάξει. Ή τότε, είναι πιο Έλληνας παρά κάθε άλλη φορά.  

Όταν με ρώτησε ο καμαρότος τι θα ήθελα να φάω το βράδυ, μαντεύοντας τι επρόκειτο να έχουμε για δείπνο, παραλίγο να ξεσπάσω σε κλάματα. Τα γεύματα στα ελληνικά καράβια είναι καταπληκτικά. Προτιμώ ένα καλό ελληνικό φαγητό από ένα γαλλικό, έστω κι αν είναι αιρετικό να το παραδεχτώ. Υπήρχαν πολλά φαγητά και πολλά ποτά· έξω ο αέρας και ο ουρανός γεμάτος άστρα. Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να φύγω από το Παρίσι, χωρίς να τραβήξω ούτε πινελιά για ένα χρόνο. Ήταν οι πρώτες πραγματικές διακοπές μου ύστερα από είκοσι χρόνια κι ήταν όπως τις περίμενα. Όλα μού φαίνονταν σωστά. Δεν υπήρχε πια χρόνος, βρισκόμουν σ’ ένα αργό καράβι έτοιμος να συναντήσω ότι θα ‘ρχόταν και να το δεχτώ. Από τη θάλασσα, λες και τα είχε τακτοποιήσει για μένα ο ίδιος ο Όμηρος, ξεπηδούσαν τα νησιά, μοναχικά, εγκαταλειμμένα, μυστηριακά στο φως που έσβηνε. Δεν θα μπορούσα να ζητήσω τίποτε περισσότερο, ούτε ήθελα τίποτε περισσότερο. Είχα όλα όσα ποθούσε ένας άνθρωπος, και το ήξερα. Ήξερα επίσης πως ποτέ δεν θα τα είχα ξανά. Ένιωθα τον πόλεμο να έρχεται — κάθε μέρα και πιο κοντά. Για λίγο ακόμα θα είχαμε ειρήνη και οι άνθρωποι μπορούσαν ακόμη να συμπεριφέρονται σαν ανθρώπινα όντα.»

[…] «Είναι κάτι σαν πάθος που γεννιέται, δεδομένου πως για τον Έλληνα, οποιοδήποτε γεγονός, και το πιο κοινό, είναι πάντα μοναδικό. Δεν πάει να ξαναρχίζει ο Έλληνας; γι’ αυτόν είναι πάντα η πρώτη φορά· είναι περίεργος, άπληστα περίεργος, παθιασμένος από εμπειρία. Αναζητάει την εμπειρία για την ευχαρίστηση, όχι με την ελπίδα να βρει ένα τρόπο σταθερό και καλύτερο, πιο αποτελεσματικό, για να φτιάχνει τα πράγματα. Αγαπά να φτιάχνει τα πράγματα με τα δικά του χέρια, με όλο του το κορμί, με όλη του την ψυχή, θα μπορούσα να πω. Έτσι συνεχίζεται ο Όμηρος. Δεν έχω ποτέ διαβάσει μια αράδα του Ομήρου, μα πιστεύω πως ο σημερινός Έλληνας στην ουσία του δεν έχει αλλάξει. Ή τότε, είναι πιο Έλληνας παρά κάθε άλλη φορά.»

επιμέλεια: Κάππα Λάμδα

© periopton

* μτφρ. Ανδρέας Καραντώνης