ανέκδοτος Papa Hemingway

η φωτογραφία του συγγραφέα από διαβατήριό του, το 1923

Μετά το διήγημα του 1956 ‘A Room on the Garden Side’ που δημοσιεύτηκε -μόλις- το 2018 από το περιοδικό Strand, ένα ακόμη ανέκδοτο διήγημα του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά, στο τελευταίο τεύχος του Νιού Γιόρκερ. Ακολουθώντας την αφηγηματική γραφή του «Γέρου και της Θάλασσας», περιγράφει το κυνήγι ενός τεράστιου ξιφία, την αναζήτηση για «τον μεγαλύτερο γαμωξιφία που κολύμπησε ποτέ στον ωκεανό».

Όπως δήλωσε ο εγγονός του συγγραφέα, Σων Χέμινγουεϊ, έπεσε επάνω στο δακτυλογραφημένο χειρόγραφο όταν διάβαζε το αρχείο Έρνεστ Χέμινγουέϊ στη βιβλιοθήκη και το μουσείο Τζον Φ. Κέννεντυ στη Βοστώνη. «Δεν είμαι σίγουρος γιατί πέρασε απαρατήρητο. αποτελει ένα κόσμημα ανάμεσα στο αδημοσίευτο υλικό», ανέφερε.

© Κ. Λ. -2018

η καταδίωξη είναι ευτυχία (απόσπασμα)

Πήρα λοιπόν τον λιθόστρωτο δρόμο που συντόμευε την απόσταση για το ξενοδοχείο Άμπος Μούντος , έλεγξα αν είχα κάποια αλληλογραφία στη ρεσεψιόν και στη συνέχεια ανέβηκα με τον ανελκυστήρα στον τελευταίο όροφο. Το δωμάτιό μου βρισκόταν στη βορειοανατολική γωνία και ο ανατολικός άνεμος που πέρναγε από τα παράθυρα το έκανε δροσερό. Κοίταξα έξω από το παράθυρο στις στέγες του παλιού τμήματος της πόλης μέχρι απέναντι στο λιμάνι και είδα το Οριζάμπα να βγαίνει αργά, διασχίζοντάς το, με όλα τα φώτα του αναμμένα. Ήμουν κουρασμένος από το να δουλεύω τόσα πολλά ψάρια και ήθελα να ξαπλώσω. Αλλά ήξερα ότι αν ξάπλωνα θα κοιμόμουν, έτσι κάθησα στο κρεβάτι και κοιτούσα έξω από το παράθυρο βλέποντας τις νυχτερίδες να κυνηγούν και μετά, τελικά, γδύθηκα και έκανα ένα ντους άλλαξα ρούχα και κατέβηκα κάτω.

Ο κ. Τζόσι περίμενε στην πόρτα του ξενοδοχείου.

[…] Περπατούσαμε στο στενό πεζοδρόμιο στην οδό Ομπίσπο και ο κ. Τζόσι κοιτούσε όλες τις φωτεινές βιτρίνες των καταστημάτων. Ποτέ δεν αγόρασε τίποτα απ’ όσο γνωρίζω. Αλλά του άρεσε να κοιτάζει όλα όσα υπήρχαν για πώληση. Περάσαμε τα δύο τελευταία μαγαζιά και το προπατζίδικο και ανοίξαμε την πόρτα της παλιάς Φλοριντίτα.

[…] Τότε, μια ηλιόλουστη μέρα, με ένα βαρύ σκοτεινό ρεύμα, το νερό τόσο καθαρό και διάφανο που μπορούσες να δεις τα κοπάδια στο στόμα του λιμανιού δέκα οργιές βαθιά, ανεβάζουμε το πρώτο μεγάλο ψάρι λίγο έξω από το Μόρο. Εκείνες τις μέρες δεν υπήρχαν ζυγοστάτες και υποδοχείς για τα καλάμια και απλώς άφησα μια ελαφριά αρματωσιά, ελπίζοντας να σηκώσω κανένα μεγάλο σκουμπρί στο κανάλι, όταν τσίμπησε αυτό το ψάρι. Αναδύθηκε με μια εκτίναξη και η μύτη του έμοιαζε σαν μια σμικρυμένη, σαν πριονισμένη, στέκα μπιλιάρδου. Πίσω από αυτή, το κεφάλι του έδειχνε τεράστιο και φαινόταν τόσο φαρδύ όσο μια μικρή βάρκα. Μετά μας προσπέρασε με βιασύνη, με την πετονιά να τεντώνεται παράλληλα με το σκάφος και η κουβαρίστρα άδειαζε τόσο γρήγορα που έκαιγε στο άγγιγμα.

Δεν το ξαναείδαμε για μία ώρα και είκοσι λεπτά.

[…] Όταν το είδαμε, καταλάβαμε πόσο μεγάλο ήταν. Δεν μπορούσες να πεις ότι ήταν τρομακτικό. Αλλά ήταν εντυπωσιακό.

Το είδαμε αργό και ήσυχο και σχεδόν ακίνητο στο νερό με τα μεγάλα θωρακικά πτερύγια του, όπως δύο μακριά μωβ δρεπάνια. Τότε είδε το σκάφος και η πετονιά άρχισε να ξετυλίγεται από την κουβαρίστρα σαν να είμαστε αγκιστρωμένοι σε ένα αυτοκίνητο, και άρχισε να πηδά προς τα βορειοδυτικά, με το νερό να ρέει από πάνω του σε κάθε άλμα. (μτφρ. Κ. Λ.)

απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ΄οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση του παρόντος
(ολόκληρου ή αποσπασμάτων), χωρίς την άδεια του εκδότη

πηγή: New Yorker

επιμέλεια-μετάφραση: Κάππα Λάμδα

© periopton