Το πνεύμα, το βλέμμα και η φωτογραφία

λίγα λόγια για μια εμφατική εικόνα

Αρχικά μια φωτογραφία πρέπει να διαθέτει, θεματολογικά, τη δύναμη να τραβήξει την προσοχή του θεατή. Κατόπιν τα επί μέρους στοιχεία θα παρατείνουν το ενδιαφέρον ή την περιέργεια.

Η ακόλουθη Ιαπωνική παραβολή περιγράφει πολύ ταιριαστά το αποτέλεσμα μιας επιτυχημένης φωτογραφίας:

«Βλέπεις μόνο την ομορφιά που υπάρχει στην επιφάνεια μιας λιμνούλας, καθώς παρατηρείς όμως προσεκτικότερα βλέπεις να εμφανίζονται άπειροι κόσμοι μέσα από τους κόσμους που σχηματίζονται κάτω από την επιφάνεια.»

Ιδεατά η θέαση μιας φωτογραφίας πρέπει να οδηγεί σ’ αυτό το αποτέλεσμα. Δεν χρειάζεται καμία χειραγώγηση μέσω κειμένων, καμία κατευθυντήρια υπόδειξη. Μια ολοκληρωμένη φωτογραφία δεν χρειάζεται επεξήγηση. Αλίμονο αν μια φωτογραφία έπρεπε να ερμηνεύσει ή να υποστηρίξει τον εαυτό της! Αν η φωτογραφία είναι αδύναμη, οι λέξεις δεν θα την κάνουν περισσότερο ενδιαφέρουσα. Η φωτογραφία πρέπει να επικοινωνεί με έναν απλό και επαρκή τρόπο και να μην χρειάζεται τις λέξεις για να επεξηγηθεί, περιγραφεί ή ακόμα για να υπερασπίσει το μήνυμά της και τον σκοπό.

Μια καλή φωτογραφία στηρίζεται στην οργάνωση των στοιχείων που περιέχονται στη σύνθεση για να αποκαταστήσει μια αποτελεσματική επικοινωνία. Συμπερασματικά λοιπόν, καταλήγουμε πως το βλέπειν του φωτογράφου και η συνθετική του δεξιότητα, παίζουν καθοριστικό ρόλο στο πώς θα ιδωθεί μια εικόνα.

Αντίστοιχα το πώς και τί βλέπει κάποιος, είναι το άθροισμα της αισθητηριακής πρόσληψης μαζί με όλη τη γνώση, τις εμπειρίες και τις αναμνήσεις του. Αυτά μεταφέρει σε κάθε φωτογραφία που δημιουργεί ή αντίστοιχα αναγνωρίζει σε κάθε μια που βλέπει. Το μάτι είναι απλά ένας φακός. Ενας οπτικός καταγραφέας, κυνικός, χωρίς την παραμικρή συναισθηματική φόρτιση, χωρίς να διαθέτει επιπρόσθετα αναμνήσεις, γνώσεις ή εμπειρίες. Δεν επεξεργάζεται την πληροφορία. Ομως, όταν κάποιος βλέπει το πίσω μέρος ενός ζωγραφικού πίνακα το αναγνωρίζει, επειδή ξέρει από την εμπειρία του πως υπάρχει και άλλη όψη. Ακόμη και αν αυτή δεν είναι ορατή. Κατανοώντας λοιπόν πώς το μυαλό οργανώνει τις πληροφορίες κατά την διάρκεια λειτουργίας της ανάγνωσης, είναι ανεκτίμητο. Εφοδιάζει τον φωτογράφο με τη γνώση να σχεδιάσει μια εικόνα η οποία, μέσα από το κάδρο, δημιουργεί ένα επικοινωνιακό δίαυλο και προκαλεί μια οιονεί συναισθηματική αντίδραση.

Οι βασικές έννοιες που χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν την λειτουργία του τρόπου οργάνωσης των πληροφοριών, είναι δάνεια από την θεωρία Γκεστάλτ (το όλον είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών). Αφορούν βέβαια μόνο μια όψη της οπτικής αντίληψης, γιατί κάθε επί μέρους στοιχείο μιας φωτογραφίας, βασικά, παρατηρείται μεμονωμένα από τον θεατή και είναι ακριβώς η ικανότητα αυτή του μυαλού, που αναλαμβάνει να τα ενώσει σε ένα σύνολο, επιτρέποντας έτσι να ιδωθεί η φωτογραφία σαν μια ολοκληρωμένη εικόνα. Πρέπει εδώ να διευκρινίσουμε πως όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν μια φωτογραφία αποτελούν μέρος της ίδιας οπτικής γλώσσας, όλα έχουν την ίδια αξία. Αν δεν συμβαίνει αυτό τότε έχουμε μια ανισοβαρή απεικόνιση και ως εκ τούτου, ο θεατής οδηγείται προς ένα οπτικό αδιέξοδο.

Βέβαια όσον αφορά σε μια φωτογραφική ενότητα, η πληροφορία πρέπει να διαμοιρασθεί σε εύληπτα κομμάτια και πρέπει να προωθηθούν τα πιο ενδιαφέροντα σημεία, με τρόπο που θα βοηθήσει τον θεατή να κατανοήσει και να ανταποκριθεί. Η προσπάθεια επικοινωνίας πρέπει να γίνει με έναν απλό, ακριβή και συνεκτικό τρόπο και να θεωρηθούν οι φωτογραφίες της ενότητας σαν τα κομάτια ενός παζλ, τα οποία ενώνονται όλα μαζί. Εδώ λοιπόν το σύνολο είναι μεγαλύτερο του μέρους και κάθε μέρος έχει την αυτάρκεια να σταθεί από μόνο του. (Κ. Λ.)

κείμενο: Κάππα Λάμδα

© periopton.com