τρεις Ιταλοί φωτογράφοι

© Ando Gilardi

Σ’ αυτό το άρθρο θα αναφερθώ στα έργα τριών ιδιαίτερων Ιταλών φωτογράφων. Των Ando Gilardi, Paolo Di Paolo και Pepi Merisio. Εκτός της αισθητικής πληρότητας και της -διαφαινόμενης- τεχνικής αρτιότητας οι φωτογραφίες τους επιβεβαιώνουν τον Francois Arago*(1), τον πρώτο που, κατά το πρώτο μισό του δέκατου ένατου αιώνα, αποδέχθηκε την ικανότητα της φωτογραφίας να προσφέρει την πιο ζωντανή αναπαράσταση ενός συγκεκριμένου λαού και μιας ιστορικής περιόδου, το λεγόμενο «τοπικό χρώμα». Εδώ καλό είναι ο θεατής να αφαιρέσει τα γραφικά στοιχεία, αυτά που λανθασμένα θεωρούμε ως εντοπιότητα, και να αναγνώσει πάλι τις εικόνες.

Ετσι θα διασαφηνίσει την αβεβαιότητα πώς η φωτογραφία, ενώ επιχειρεί να διατηρήσει τη μοναδικότητα ενός τόπου, συμβάλλει σε μια διαδικασία που δημιουργεί μια ερσάτζ πραγματικότητα. Δημιουργική μεν, ερσάτζ δε. Βλέπετε για να αποτυπώσουν ένα αντιπροσωπευτικό «τοπικό χρώμα», οι κοινωνικοί επιστήμονες, οι διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες στράφηκαν στις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις για να παραγάγουν τελικά ένα τυπικό πορτρέτο του μέσου ανθρώπου, πράγμα που απέχει πολύ από μια ρεαλιστική απεικόνιση αυτών των ατόμων.

Επαναπροσεγγίζοντας λοιπόν τις φωτογραφίες, διαπιστώνεται πως καταφέρνουν να συγκινούν και να αφυπνίζουν μνήμες,να αποκαλύπτουν μια συγγένεια, να επιβεβαιώνουν τέλος, πόσο κοντά είμαστε σαν λαοί.

Πόσες από αυτές δεν θυμίζουν -τις τότε- ελληνικές συνθήκες και καταστάσεις; Ανεμελιά από τη μια, σκληρή ζωή και αγώνας από την άλλη. Απάνθρωπες συνθήκες εργασίας στα εργοστάσια και στην ύπαιθρο, άθλια διαβίωση, απαξίωση του ατόμου, αλλά και πλατιά χαμόγελα, αντιμετώπιση της πραγματικότητας με χιούμορ, σατιρική διάθεση… όρεξη για ζωή.

Μια χώρα που βρέθηκε στην άλλη πλευρά -δυστυχώς- και προσπαθούσε να ανατάξει τα συντρίμια των δομών, και τις βαριές ψυχικές και κοινωνικές κακώσεις. Μια χώρα που μέσα σ’αυτό το χάος συνδιαλεγόταν και με την, αναπόφευκτα, επερχόμενη νεωτερικότητα, αλλά παρέμενε προσηλωμένη και στις ρίζες καταβολής της. Αυτή τη χώρα, αυτό το πλαίσιο, αυτές τις περιστάσεις, κατέγραψαν με διακριτικότητα και σεβασμό αυτοί που ήξεραν πολύ καλά πώς να το αποδώσουν.

Η φωτογραφική τους αφήγηση ήταν πιο «κόντρα», πιο «εσωτερική», πιο «προχωρημένη» σε σχέση με την πεπατημένη που ακολουθούσε το μεγαλύτερο μέρος της Ιταλικής φωτογραφίας. -Κ. Λ.

– Ο Ando Gilardi ήταν ο διανοούμενος της ομάδας (και μάλλον ο πλέον πολιτικοποιημένος). Υπήρξε φωτογράφος, συγγραφέας, κριτικός φωτογραφίας και ιστορικός. Γεννημένος το 1921, άρχισε να φωτογραφίζει το 1945, με την ανάθεση της αποκατάστασης φωτογραφιών πολέμου για μια επιτροπή αρμόδια για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων∙ αυτά θα χρησιμοποιούντο στις δίκες κατά των φασιστικών και ναζιστικών εγκλημάτων. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος για την εφημερίδα «L’Unità» και για το περιοδικό «Lavoro». Είναι ο ιδρυτής της Fototeca Storica Nazionale. Κατά τη δεκαετία του ’50 και του ’60 πραγματοποίησε εθνογραφική έρευνα στο νότο της Ιταλίας για την κατάσταση μετά το Β ‘Παγκόσμιο Πόλεμο.

«Οι εικόνες που παράγονται από το φως, μέσω ενός φακού, και προβάλλονται στον πυθμένα ενός κουτιού που είναι γνωστό ως camera obscura ήταν εξαιρετικά πιο δραστήριες και υποδηλωτικές στην πραγματικότητα της οπτικής κουλτούρας από ότι τα πτώματά τους, τα κρύα, σιωπηρά σώματα που είναι σήμερα: αναλογικές φωτογραφίες, με τον τρόπο που τις βλέπουμε. (…) Τώρα, για να τραβήξει τη φωτογραφία, να την αποσπάσει από το σημείο όπου σχηματίστηκε και έζησε, από το κάτω μέρος του κουτιού με το γυάλινο μάτι, έπρεπε να εμποτιστεί με άλατα αργύρου και άλλες αρκετά δύσωσμες «αλοιφές» γνωστές ως εμφανιστές, σταθεροποιητές, ζελατίνη, κολλόδιον … εν συντομία, αυτό σήμαινε τη δολοφονία εκείνης της όμορφης εφήμερης εικόνας που συνελήφθη και σχηματίσθηκε με τον ήλιο. Η αποκοπή της και η διατήρησή της σε μία προθήκη εικόνων έχει μικρή αξία. (…)
Η ψηφιακή εικόνα είναι, κατά μία έννοια, η αναγέννηση της φωτογραφίας, η εφήμερη, όχι η διατηρημένη σαν σε βαθιά κατάψυξη ή η προστατευμένη ανάμεσα σε φύλλα ζελατίνας. (…)
Η ψηφιακή εικόνα θα πρέπει να είναι η πλήρης επανακάλυψη της δυναμικής του πολιτισμού των εικόνων, που παράγονται με μηχανές, αλλά ολοκληρώνονται χωρίς χημική επεξεργασία. αφήνοντάς τις ελεύθερες, εφήμερες, ρευστές και φτιαγμένες από φως. Καθαρές κολλοτυπίες*(2), ή μάλλον οπτικά παραγόμενες παρουσίες, στις οποίες είναι δυνατό, και μάλιστα σχεδόν απαραίτητο, να παρέμβουμε χειροκίνητα για να βιώσουμε την κάθαρση που ο Κουρμπέ είχε πλήρως κατανοήσει: τον μετασχηματισμό της φυσικής παρουσίας σε προϊόν της τέχνης.«(μτφρ. Κ.Λ.) [αποσπάσματα από το βιβλίο του Ando Gilardi «Καλύτερα κλέφτης παρά φωτογράφος» (Meglio Ladro che Fotografo) Μοντατόρι, Μιλάνο 2007]

 

– Ο Paolo di Paolo από το 1954 έως το 1966 ήταν ο πιο δημοφιλής φωτογράφος στο Il Mondo, ένα εβδομαδιαίο περιοδικό για την πολιτική και τον πολιτισμό, που ίδρυσε και διηύθυνε ο Mario Pannunzio, υλοποιώντας φωτογραφικές ερμηνείες γεγονότων που σχετίζονται με τον πολιτισμό, την πολιτική και την τέχνη της εποχής. Στην πραγματικότητα, ο Paolo Di Paolo, όπως και αρκετοί άλλοι, έγινε φωτογράφος χάρη στη φιλοδοξία να δημοσιεύσει στο Il Mondo. Πάντοτε όμως διατηρούσε ένα ερασιτεχνικό πνεύμα το οποίο, κατά την κρίση του, ήταν η πιο αποτελεσματική πηγή για την τόνωση της δημιουργικότητας του και ένας τρόπος να προσαρμοστεί στις -απεριόριστες- ανάγκες του Pannunzio.
Στην πραγματικότητα, ο Paolo Di Paolo εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι η μεγάλη δυσκολία να κάνει μια φωτογραφία ευχάριστη στον Pannunzio, δεν ήταν μόνο η αισθητική της εμφάνιση, αλλά και μια σειρά στοιχείων που έπρεπε να εμπεριέχονται σε αυτήν. Στοιχεία που, στο όραμα του ιδεαλιστή διευθυντή του Il Mondo, ταυτιζόταν με την ενότητα της μορφής και του περιεχομένου.

– Ο Pepi Merisio γεννήθηκε το 1931, σε μια μικρή πόλη κοντά στο Μπέργκαμο που ονομάζεται Caravaggio, πατρίδα, εκτός των άλλων, του «πιο σημαντικού ζωγράφου» (pictor praestantissimus) Michelangelo Merisi -γνωστού ως Καραβάτζο.
Οι φωτογραφίες του έχουν αφηγηθεί ιστορίες για σχεδόν εβδομήντα χρόνια. Από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950 άρχισε να συνεργάζεται με ιταλικά και διεθνή περιοδικά: «Epoca», «Stern», «Du», «Paris Match» και «Réalité», για να αναφέρουμε λίγα. Παρουσιάζει την ιταλική ύπαιθρο, τα προσκυνήματα και τον καθολικό κόσμο (το ρεπορτάζ του για τον Παύλο VI, «Μια μέρα με τον Πάπα», έγραψε ιστορία), τις λαϊκές παραδόσεις στις οποίες βασίζεται η ιστορία της χώρας του. Έχει δημοσιεύσει ένα ευρύ φάσμα βιβλίων που απεικονίζουν και εξηγούν την Ιταλία του περασμένου αιώνα, καθώς και μερικά από τα καλύτερα δοκίμια στην κοινωνιολογία και την ανθρωπολογία.

«Μπορείς πραγματικά να ‘αρπάξεις τη στιγμή’ μόνο όταν ξέρεις τι κρύβεται πίσω από αυτό. Και αυτό προκύπτει από την ανακάλυψη και την κατανόηση της ιστορίας που συνέβη πριν τη λήψη της φωτογραφίας. Κάθε φωτογραφία θα πρέπει να βασίζεται σε μια ιστορική και γεωγραφική προετοιμασία και σε μια σταδιακή προσέγγιση του γεγονότος. Για να το συνοψίσω σε μια απλή δήλωση: Δεν σκέφτομαι τίποτα όταν φωτογραφίζω. Αλλά οφείλω να παραδεχτώ ότι έχω σκεφτεί πολύ πριν.» (απόσπασμα από συνέντευξή του. μτφρ. Κ.Λ.)

Nota bene

*(1) Ο Francois Arago ήταν Γάλλος μαθηματικός,φυσικός,
αστρονόμος, πολιτικός και υποστηρικτής των Καρμπονάρων

*(2) φωτομηχανική τυπογραφική μέθοδος με την οποία
παράγεται ακριβής αναπαράσταση εικόνων γιατί
δεν χρησιμοποιούνται ράστερ για ανάλυση της εικόνας σε κoυκκίδες

© periopton.com

έρευνα-επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα