ο τρόπος που αναδύονται οι αναμνήσεις… κατά Προυστ

 

© Κ. Λ. (2019)

Με τις απαισιόδοξες σκέψεις να στροβιλίζονται στο μυαλό μου, αυτές που ανέφερα προηγουμένως, έφτασα στην αυλή της έπαυλης των Γκερμάντ και καθώς ήμουν αφηρημένος, δεν πρόσεξα πως ένα αυτοκίνητο ερχόταν καταπάνω μου∙ στην κραυγή του οδηγού μετά βίας είχα το χρόνο να παραμερίσω και καθώς πισωπατούσα σκόνταψα άθελά μου στο ανεπίπεδο λιθόστρωτο μπροστά στο αμαξοστάσιο.

Και τη στιγμή που, ανακτώντας την ισορροπία μου, έβαλα το πόδι μου σε μια πέτρα που ήταν ελαφρώς χαμηλότερη από τη διπλανή της, το αίσθημα της αποκαρδίωσης έπαψε να υπάρχει και την θέση κατέλαβε αυτό της ευφορίας, το ίδιο, που σε διάφορες περιόδους της ζωής μου, μου προκαλούσε η θέα των δέντρων που νόμισα ότι αναγνώρισα κατά τη διάρκεια μιας οδήγησης κοντά στο Balbec, από τη θέα των καμπαναριών της Μαρτενβίλ, από τη γεύση μιας μαντλέν βουτηγμένης στο τσάι και από όλες εκείνες τις άλλες αισθήσεις για τις οποίες έχω μιλήσει και οι οποίες μου φαίνεται να συνδυάζονται ιδανικά στα τελευταία έργα του Bεντέιγ. Ακριβώς όπως, τη στιγμή που γευόμουν τη μαντλέν, όλο το άγχος για το μέλλον, όλες οι διανοητικές αμφιβολίες είχαν εξαφανιστεί. Εκείνες που με βασάνιζαν πριν από λίγο σχετικά με το θέμα της πραγματικότητας της λογοτεχνικής μου δεινότητας, ακόμη και για την πραγματικότητα της ίδιας της λογοτεχνίας, είχαν διαλυθεί ως δια μαγείας.

Δεν είχα ακολουθήσει καμία νέα συλλογιστική, δεν σκαρφίστηκα κανένα αποφασιστικό επιχείρημα, αλλά οι δυσκολίες που είχαν φανεί ανυπέρβλητες πριν από λίγο καιρό είχαν χάσει τη σπουδαιότητά τους. Η ικανοποίηση που με γέμιζε μόλις, ήταν αναμφισβήτητα η ίδια με εκείνη που ένιωθα όταν έτρωγα τη μαντλέν μουσκεμένη στο τσάι. Αλλά αν σε εκείνη την περίπτωση είχα αναβάλει την έρευνα για τα βαθύτερα αίτια του συναισθήματός μου, αυτή τη φορά ήμουν αποφασισμένος να μην εγκαταλείψω έως ότου καταλάβω το λόγο.

Το συναίσθημα ήταν το ίδιο∙ η διαφορά, καθαρά υλική, βρισκόταν στις εικόνες που ανέκυπταν: τα μάτια μου μεθούσαν με ένα βαθύ κυανό, αίσθηση δροσιάς, εκτυφλωτικό φως στροβιλιζόταν γύρω μου και στην επιθυμία μου να συλλάβω την αίσθηση -μη τολμώντας να κινηθώ όπως τότε όταν είχα συνεχίσει να απολαμβάνω τη γεύση της Μαντλέν, ενώ προσπαθούσα να ανασύρω ό,τι κι αν ήταν αυτό που μου θύμιζε, συνέχισα, αγνοώντας ότι αποτελούσα την αφορμή για γέλια από το πλήθος των σοφέρ, να παραπατάω όπως και πριν, με το ένα πόδι στην ανυψωμένη πλάκα και το άλλο στη χαμηλότερη.

Η επανάληψη αυτής της σωματικής κίνησης, ήταν χωρίς αποτέλεσμα. Αλλά αν τα κατάφερνα, ξεχνώντας τη δεξίωση των Γκερμάντ, να επανακτήσω αυτό που είχα αισθανθεί όταν αρχικά τοποθέτησα τα πόδια μου στο έδαφος με αυτόν τον τρόπο, και πάλι το εκτυφλωτικό και ακαθόριστο όραμα με διαπερνά απαλά, σαν να μου έλεγε: «Πιάσε με καθώς αιωρούμαι, αν μπορείς , και προσπάθησε να λύσεις το αίνιγμα της ευτυχίας που σου έχω θέσει. «

Και σχεδόν αμέσως αναγνώρισα το όραμα: ήταν η Βενετία, για την οποία οι προσπάθειές μου να την περιγράψω και τα υποτιθέμενα στιγμιότυπα που κατέγραψε η μνήμη μου δεν μου είπαν ποτέ τίποτα∙ αλλά η αίσθηση που είχα κάποτε βιώσει καθώς στεκόμουν πάνω σε δύο ανεπίπεδες πέτρες στο βαπτιστήριο του Αγίου Μάρκου είχε, επανερχόμενη πριν από λίγο, αποκατασταθεί πλήρως μαζί με όλες τις άλλες αισθήσεις που συνδέονται με εκείνη την ημέρα, που ανέμεναν, στη σειρά τους, ώσπου ένα ξαφνικό γεγονός τις εξανάγκασε να αναδυθούν, μέσα στην αλληλουχία των λησμονημένων ημερών. (απόσπασμα από το Le Temps retrouvé σε μια μεταφραστική προσέγγιση του Κάππα Λάμδα)

© periopton.com