ένα λευκό παιδί σκλάβος! …ή μήπως όχι;

Μια δαγγεροτυπία ενός μικρού κοριτσιού να στέκεται δίπλα σ’ένα μικρό τραπέζι και πολύ κοντά στο χέρι της που στηρίζεται επάνω του -εξασφαλίζοντας ισορροπία και ακινησία, ένα τετράδιο. Είναι απλά ντυμένη με ένα καρό φόρεμα, έχει σοβαρή έκφραση και όλα συνηγορούν πως πρόκειται για ένα λευκό κορίτσι από μια καλοστεκούμενη οικογένεια. Το όνομά της είναι Μαίρη, Μαίρη Μίλντρεντ Ουίλιαμς, αλλά αρκετοί αναφερόντουσαν σ’αυτήν σαν την «άλλη Ιντα Μαίη»(*).

Αυτή η φωτογραφία συνόδευε, στις 19 Φεβρουαρίου 1855, επιστολή του γερουσιαστή της Μασαχουσέτης Τσαρλς Σάμνερ προς τους υποστηρικτές του, κατά τη διάρκεια εκστρατείας για την κατάργηση της δουλείας, ως απόδειξη ότι η πρακτική αυτή δεν γνώριζε κανένα όριο.

Όταν η εφημερίδα Boston Telegraph δημοσίευσε την επιστολή του Sumner, προκάλεσε μεγάλη αίσθηση. Εφημερίδες από το Μαίην έως την Ουάσινγκτον, πήραν μέρος στη διάδοση της ιστορίας της «λευκής σκλάβας από τη Βιρτζίνια», αντίτυπα της δαγγεροτυπίας αυτής πουλιόντουσαν αθρόα και η επτάχρονη Μαίρη, απροσδόκητα, έγινε το σύμβολο της αμερικανικής δουλείας.

Σαν προδρόμους των ζωγραφικών πινάκων με τους «λευκούς σκλάβους», οι πολέμιοι της δουλείας, κυκλοφορούσαν φωτογραφίες στον αμερικανικό Βορρά που απεικόνιζαν σχεδόν λευκούς σκλάβους και οι οποίες απεδείχθησαν εξαιρετικά αποτελεσματικοί μηχανισμοί, στην προώθηση των αιτημάτων τους. Μία από τις πρώτες από αυτές εικόνες, ήταν και αυτή της Μαίρης, της οποίας όμως η εξωτερική εμφάνισή της – και αυτό αποτελεί το παράδοξο της υπόθεσης- δεν παρέπεμπε στην μαύρη καταγωγή της (για την ιστορία, η οικογένειά της μετά από δεκαετή δικαστική διαμάχη, κέρδισε την ελευθερία της το 1855).

Αυτό ίσως αποδεικνύει ότι οι πρώιμες αυτές φωτογραφίες – οι δαγγεροτυπίες και οι αμβροτυπίες – παίζουν έναν άλλου είδους πρωταρχικό ρόλο. Δεν είναι ενδιαφέρουσες ως αποδεικτικά στοιχεία των συμμετεχόντων (στούντιο πορτρέτα, όλα λίγο έως πολύ όμοια μεταξύ τους), αλλά είναι συναρπαστικά αντικείμενα από μόνα τους, οι αποτυπωμένες εικόνες αποδεικνύουν πως μια έντυπη επιφάνεια συγκεντρώνει τα δικά της ίχνη. Τα οποία πρέπει να εμπλουτίζονται και από μία συνοδό υποστηρικτική ιστορία. Σ’αυτό συνηγορούν και τα λεγόμενα του διευθυντή της LAW (London Art Week), ο οποίος σχολιάζοντας κάποια παλαιότερη διοργάνωση ανέφερε πως: «τα πορτραίτα φαίνεται ότι τα πήγαν ιδιαίτερα καλά, καθώς ήταν εξαιρετικής ποιότητας και είχαν ερευνηθεί πολύ καλά οι ιστορίες που τα συνόδευαν».

Αυτό που προσλαμβάνουμε λοιπόν ως διαπίστωση, είναι πως ένα εκτυπωμένο φωτογραφικό έργο, απλώς, δεν είναι αρκετό για τους περισσότερους συλλέκτες. Θέλουν ένα «επιπλέον κάτι» που θα κάνει το έργο μοναδικό», αποκαλύπτοντας επίσης ότι η αγορά των φωτογραφικών έργων δεν είναι μόνο εξαιρετικά διαστρωματωμένη, με τις πρώιμες εκτυπώσεις να προκρίνονται σημαντικά σε σχέση με αυτές από μεταγενέστερες σειρές, αλλά και πιο σχολαστική, όταν πρόκειται για την ποιότητα, την προέλευση και το θέμα.

Όπως έχουμε διαπιστώσει όλα αυτά τα χρόνια, η τέχνη κινείται μεταξύ των σφαιρών της υποκειμενικότητας, όταν πρόκειται για την αποτίμηση, καθώς οι συνθήκες της αγοράς, όπως φαίνεται, αντικατοπτρίζουν όχι μόνο τη λεπτή άμπωτη και τη ροή των μεταβαλλόμενων προτιμήσεων, αλλά και τη συλλογική μας αφύπνιση σε νέες ιδέες.

Στις μέρες μας η έννοια της πραγματικότητας είναι περισσότερο από ποτέ μια σύνθετη κατασκευή συναρμολογημένη από αμέτρητα κομμάτια επί μέρους πληροφοριών. Με την υπονόμευση μιας κοινής έννοιας της πραγματικότητας, η έννοια της αλήθειας χάνει τις αναφορές της. Η αλήθεια είναι στενά συνδεδεμένη με την πραγματικότητα. Γεγονότα που εμφανίστηκαν αναμφισβήτητα φαίνεται τώρα να απορρίπτονται αμίληκτα από ανθρώπους που κυνηγούν «εναλλακτικά γεγονότα». Οι αλήθειες απορρίπτονται ως ψέματα, ψέματα πωλούνται ως αλήθεια. Το αποτέλεσμα είναι καθολική σύγχυση: τίποτα δεν είναι δεδομένο πλέον, τίποτα δεν είναι αδιαμφισβήτητο.

Η εποχή μας σηματοδοτείται όλο και περισσότερο με την ετικέτα ‘Μετά Αλήθεια’. Η λέξη με τη διεθνή, πλέον, εμβέλεια, αναφέρεται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες αντικειμενικά γεγονότα έχουν μικρότερη επιρροή στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης από ότι αυτά που απευθύνονται στο συναίσθημα και την προσωπική πεποίθηση. Το πρόθεμα «μετά» χρησιμοποιείται εδώ ως αναφορά όχι σε μια συγκεκριμένη μεταγενέστερη περίοδο, όπως στην έκφραση «μετά – τον πόλεμο» αλλά σε έναν χρόνο όταν η έννοια για την οποία ισχύει έχει γίνει υποθετικά ασήμαντη ή άσχετη. Κατά κάποιο τρόπο το πρώτο συνθετικό φαίνεται να ακυρώνει αυτό που έπεται. Καθώς η αλήθεια παραλείπεται και τα συναισθήματα αναδύονται αντ’αυτής, είναι υψίστης σημασίας να ρίξει μια κριτική ματιά στην φύση και την προέλευση των πληροφοριών, ιδιαίτερα στο οπτικό υλικό. (Κ. Λ.)

επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα

© periopton.com

(*) Το όνομα αναφέρεται στον χαρακτήρα του ομώνυμου βιβλίου ‘Ida May: Μια ιστορία πραγματικών και πιθανών καταστάσεων’, ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα, που δημοσιεύθηκε μόλις τρεις μήνες νωρίτερα, σχετικά με ένα λευκό κορίτσι που απήχθη στο πέμπτο έτος της ηλικίας του και πουλήθηκε πέρα από τα σύνορα της Ενωσης σαν σκλάβα. Η συγγραφέας, Mary Hayden Green Pike, ήταν πολέμιος της δουλείας και η ιστορία της γράφτηκε με σκοπό να διεγείρει τους λευκούς Βόρειους ώστε ν’ αντιταχθούν σ’αυτήν.