επαναφωτογραφίζοντας ιστορικά περιστατικά

Μπορούμε να θεωρήσουμε τη φωτογραφία σαν το αποτέλεσμα ενός ταξιδιού στο χρόνο, αλλά με μια χρονομηχανή που διαθέτει… μόνο όπισθεν. Μέσω αυτών των καταγεγραμμένων στιγμιοτύπων μπορούμε να ταξιδέψουμε στο παρελθόν και να προσκομίσουμε αποδείξεις για γεγονότα που συνέβησαν πολλές γενιές πριν. Αναφερόμαστε βέβαια σε μη επεξεργασμένες φωτογραφίες και αυτό το δισδιάστατο τεκμήριο, αυτό το αδιαμφισβήτητο αληθές αποτελεί -φυσικό είναι- και τη μεγαλύτερη δύναμη του μέσου, ξεπερνώντας πολλές φορές σε αξιοπιστία τη μνήμη.

Οι οποίες μνήμες, όπως μας λένε οι νευροεπιστήμονες, δεν αποτελούν ανάκληση αρχείων αλλά είναι αναπαραστατικός μηχανισμός. Γι’αυτό πολλές φορές είναι αποσπασματικές, λανθασμένες και ανοιχτές σε ερμηνεία και χειραγώγηση. Αλλά οι φωτογραφίες είναι πραγματικά καλύτερες; Πρόκειται, φυσικά, για μια συζήτηση που η έναρξή της της εντοπίζεται στις απαρχές του μέσου.

Παρουσιάζεται λοιπόν εδώ το έργο δύο φωτογράφων, το οποίο αποτελεί την επιτομή της υπομονής, της προσήλωσης, της πειθαρχίας και των, σε βάθος, τεχνικών γνώσεων (φωτισμού,σύνθεσης, προοπτικής) που απαιτεί η studio φωτογραφία∙ ουσιώδες εν ανεπαρκεία σε πολλούς από τους νέους φωτογράφους αλλά και σε αρκετούς πιο ώριμους -φωτογραφικά. Δυστυχώς οι περισσότεροι έχουν εναποθέσει το τεχνικό μέρος της λήψης στον αυτοματισμό ενός κινητού τηλεφώνου ή στην καλύτερη περίπτωση σ’ αυτόν της μηχανής τους, θεωρώντας το προφανώς, καθαρά διεκπεραιωτικό σκέλος. Τις δε δεξιότητες που απαιτούνται (επιλογή-κατασκευή σκηνικών, σύγκριση υπό κλίμακα κλπ.) τα θεωρούν θέματα προς αποφυγή. Καταλάβετέ το, η οποιαδήποτε παράβλεψη ή άγνοια στη φωτογραφία studio έχει κόστος , φωτογράφιση δια της θεωρίας δεν υφίσταται, εκτός και αν υιοθετούμε το: «αφού μπορούμε να το περιγράψουμε (το θέμα) με λέξεις, ποιός ο λόγος να το αποτυπώσουμε φωτογραφικά», που είναι μεν μια προσέγγιση αλλά… ταυτόχρονα αποτελεί ένα άλλο κεφάλαιο μιας μελλοντικής -ίσως- δημοσίευσης.

© Cortis & Sonderegger
‘Paul Simonon at the New York Palladium’
Pennie Smith, 21 September 1979

Τέλος η γκρίνια, πίσω πάλι στους δύο φωτογράφους. Η περίπτωση των Jojakim Cortis και Adrian Sonderegger είναι όντως μοναδική, για τον λόγο ότι δεν δημιουργούν εικόνες μιμούμενοι απλώς ιστορικές φωτογραφίες, μια συνήθης πρακτική τα τελευταία χρόνια, αλλά επαναλαμβάνουν με ακρίβεια και υπό κλίμακα εμβληματικά γεγονότα, που έχουν καταγραφεί φωτογραφικά και έχουν καταχωρηθεί σαν ιστορικά αρχειακά τεκμήρια. Ανάμεσα στις φωτογραφίες που έχουν ανασυστήσει περιλαμβάνονται: η συντριβή του Hindenburg, η πτώση του υπερηχητικού επιβατικού αεριωθούμενου Concorde, η τελευταία φωτογραφία του Τιτανικού, η έπαρση της αμερικανικής σημαίας στο Νησί του Ειρηνικού Iwo Jima, κατά την διάρκεια των εχθροπραξιών με τους Ιάπωνες στις τελευταίες ημέρες του Β Παγκοσμίου Πολέμου, κ.ά. Βέβαια, αυτό δημιουργεί την υπόνοια στο κατά πόσον η φωτογραφία έχει παραμείνει πιστή στο γεγονός ή έχει αλλοιωθεί μέσω επεξεργασίας, επαναπροσδιορίζοντας βέβαια και το συμβάν. Μην ξεχνάμε πως διανύουμε την εποχή των «ψευδών ειδήσεων», η οποία έχει παρασύρει στη ροή της όχι λίγους φωτογράφους, οι οποίοι -ιδιαίτερα σε παγκόσμιους διαγωνισμούς φωτογραφίας- έχουν κατηγορηθεί το τελευταίο διάστημα, είτε για την σκηνοθεσία είτε για την παραποίηση των εικόνων τους, ώστε να ανταποκριθούν σε μια συγκεκριμένη ατζέντα. Βέβαια δεν μπορώ να βρω μια εύλογη αιτία που θα οδηγήσει κάποιον να παραποιήσει ας πούμε το ατύχημα του Concorde, ούτε από την άλλη πλευρά βρίσκω πού θα μπορούσε να χρησιμεύσει αυτή η ακριβής ανασύσταση μέσω μικρογραφιών ενός κοσμοϊστορικού γεγονότος, εκτός από την επίδειξη -και απόδειξη, των προαναφερθέντων ιδιαιτέρων ικανοτήτων.

Έτσι, είναι όλα ψεύτικα; Μια παράξενη φάρσα; Μπορούμε να πιστέψουμε τι βλέπουμε; Μπορούμε να πιστέψουμε τελικά αυτό που βλέπουμε στην ψηφιακή φωτογραφία; Είναι ιλιγγιώδες όταν φτάνουμε μέχρι τον πυρήνα της ιδέας. Ένα γεγονός στην ιστορία συνέβη σε μια τρισδιάστατη πραγματικότητα. Στη συνέχεια καταγράφηκε ως δισδιάστατη φωτογραφία. Μετά ανασυστάθηκε το συμβάν τρισδιάστατα. Τέλος, έγινε εκ νέου μια δισδιάστατη φωτογραφία. Μια πολυεπίπεδη ανασύσταση. Ερωτήσεις επί ερωτήσεων.

Εξετάζοντας με προσοχή τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε κάθε πρωτότυπη εικόνα, οι καλλιτέχνες μιμούνται τις ίδιες μεθόδους στο στούντιο τους, χρησιμοποιώντας μοντέλα κλίμακας και δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στο φωτισμό και στη γωνία λήψης της φωτογραφικής μηχανής. Ήταν, λένε, «μια προσπάθεια να ανασυνθέσουμε κυριολεκτικά αυτά τα γεγονότα». Στις τελικές τους συνθέσεις, οι Cortis και Sonderegger τραβούν την κάμερα πίσω ανοίγοντας το κάδρο αποκαλύπτοντας έτσι το στούντιο και τις μεθόδους εργασίας τους, εκθέτοντας το παρασκήνιο, την κατασκευαστική πτυχή του έργου τους. Περιλαμβάνοντας τα επί μέρους στοιχεία των κατασκευών τους (βαφή, κόλλα, βαμβάκι κλπ.) οι καλλιτέχνες παρουσιάζουν μια εικόνα μέσα σε μια εικόνα. Είναι, λένε, μια προσπάθεια «να αφήσει τον θεατή μετέωρο ανάμεσα στην αναβίωση του παρελθόντος και στο παρόν που το αντιπροσωπεύει το περιβάλλον του στούντιο.» Αυτό, λένε, υποκινείται από την επιθυμία να » περιπαίξει και να αμφισβητήσει την τεκμηριωτική πλευρά της φωτογραφίας.»

Ως εκ τούτου, εκτιμούν εντελώς τις «απείραχτες» φωτογραφίες, χρησιμοποιώντας το Photoshop μόνο για να ρυθμίσουν την αντίθεση. Για αυτούς, αυτές οι εικόνες είναι καθαρά παραγωγές στούντιο και όχι ψηφιακές συνθέσεις. Η εσωτερική εικόνα είναι η ιστορική στιγμή, ενώ το εξωτερικό περιβάλλον αποτελεί ένα στιγμιότυπο του παρόντος. Μ’αυτόν τον τρόπο «θέλουμε να αποκαλύψουμε πλήρως τη διαδικασία σκηνοθεσίας», λένε, «για να δημιουργηθούν ερωτήματα στο μυαλό του ακροατηρίου τους σχετικά με τη χρονική φύση της εμπειρίας και της μνήμης».

επιμέλεια-προσαρμογή-κείμενο: Κάππα Λάμδα

© periopton.com