ένα σύντομο διήγημα της Ερμίνας Δημητρίου

και ο καιρός περνούσε…

 Άνοιξε με μια γρήγορη κίνηση το παράθυρο. Ο θόρυβος του δρόμου την τάραζε, μα ήθελε να δει τον άντρα της να φεύγει. Κάθε πρωί έπαιρνε τα σύνεργα της δουλειάς, τα φόρτωνε στο αυτοκίνητο, έβαζε μπροστά κι εκείνη δεν τον ξανάβλεπε παρά το βράδυ που γυρνούσε. Η μέρα ήταν μεγάλη και οι δουλειές της λίγες. Το διαμέρισμα ήταν μικρό, καθαριζόταν εύκολα˙ παιδιά δεν είχε να φροντίσει. Της έμεναν μόνο ψώνια και μαγείρεμα. Καμιά φορά δεν αγόραζε όλα όσα χρειαζόταν, έτσι, για να ‘χει λόγο να βγει και την επόμενη.
Είχαν μετακομίσει σ’ αυτή την πολυκατοικία πριν από έξι ή εφτά μήνες περίπου, ίσως και οκτώ.
Στην αρχή ήταν πολύ σχολαστική με το μέτρημα του χρόνου αλλά σύντομα κατάλαβε πως μερικοί μήνες πάνω ή κάτω δεν έκαναν μεγάλη διαφορά. Από τους γείτονες δεν είχε γνωρίσει κανέναν, είχε όμως συναντήσει τα βλέμματα μερικών στην είσοδο. Το ασανσέρ το απέφευγε όσο μπορούσε, της φαινόταν πολύ κλειστό και στενάχωρο. Καμία διέξοδος σε περίπτωση που κάτι πήγαινε στραβά. Και ήταν συνηθισμένη τα πράματα να πηγαίνουν στραβά γύρω της.
Παρόλα αυτά, της άρεσαν οι άνθρωποι. Καθόταν ακουμπισμένη στο παράθυρο και τους χάζευε με τις ώρες. Οι περισσότεροι περπατούσαν βιαστικά, νευρικά, με το κεφάλι σκυφτό και τους ώμους γερμένους. Μια φορά στις τόσες, όμως, περνούσε κάποιος με σίγουρο βήμα, ήρεμο, με το κεφάλι ψηλά και τον χρόνο όλο δικό του. Όποτε έβλεπε τέτοιον άνθρωπο χαμογελούσε και ζήλευε ταυτόχρονα. Χρόνο είχε πολύ, βέβαια, μα η ηρεμία και η σιγουριά τής έλειπαν εδώ και χρόνια. Της έλειπαν το ίδιο και οι άνθρωποι· μια ζεστή κουβέντα, ένα γέλιο αυθόρμητο, η οικογένεια γύρω απ’ το τραπέζι στις γιορτές…
Ντύθηκε λίγο βιαστικά και βγήκε. Κοίταζε κάτω, όπως το συνήθιζε, ώσπου στην είσοδο της πολυκατοικίας συνάντησε δυο αδύναμα και γερασμένα πόδια να προσπαθούν να ανέβουν τα σκαλιά. Σήκωσε το βλέμμα της και είδε μια λεπτοκαμωμένη γριούλα να κρατάει κάμποσες σακούλες, παλεύοντας να μην καταρρεύσει από το βάρος τους. Δεν της πήγαινε η καρδιά να την
αφήσει να παλεύει μόνη της. Δεν της πήγαινε η καρδιά ν’ αφήσει κανέναν. Άπλωσε το χέρι της να βοηθήσει τη γειτόνισσα. Δυο γαλάζια μάτια γεμάτα ευγνωμοσύνη την κοίταξαν και ένα χαμόγελο σχηματίστηκε ανάμεσα στις ρυτίδες. Άφησε τα ψώνια στην πόρτα του ασανσέρ και επέστρεψε στην είσοδο. Έριξε ένα γενναίο βλέμμα στον δρόμο.
Τα πράγματα λίγο πολύ ίδια, όπως κάθε μέρα. Άνθρωποι περπατούσαν βιαστικοί˙ κάποιοι την κοίταζαν περίεργα, κάποιοι εντελώς αδιάφορα, λες και δεν υπήρχε. Εκείνη, έτσι κι αλλιώς, κοιτούσε πάντα κάτω. Κάνοντας τα ψώνια της ξανασκέφτηκε εκείνη τη γριούλα. Αναρωτιόταν ποια να ήταν η δική της ιστορία˙ πού να είναι η δική της οικογένεια˙ αν κάνει πάντα μόνη της τα ψώνια. Έμεναν στο ίδιο κτίριο, αλλά χωρίς να ξέρει το διαμέρισμά της ήταν σχεδόν αδύνατο να τη βρει. Κι όμως, ένιωσε πως αυτός ο άνθρωπος κάτι της ζητούσε.
Από εκείνη τη μέρα, σχεδόν παραμόνευε στην είσοδο. Έβγαινε πάντα ίδια ώρα να κάνει τις δουλειές της, μήπως την ξαναπετύχει. Μια–δυο φορές συνάντησε μια κυρία που της έμοιαζε πολύ, μόνο που τα μαλλιά της ήταν μαύρα˙ υπέθεσε, έτσι, πως είναι η αδερφή της. Κάθε φορά που την έβλεπε, έδειχνε το ωραίο της χαμόγελο, που μήνες τώρα το έβλεπε ο άντρας της μόνο.
Τελικά, ένα πρωί βρήκε το θάρρος:

«Καλημέρα! Να σε βοηθήσω;»

Η κυρία κάτω από ένα πράσινο βαμβακερό φόρεμα και πολλές πλαστικές σακούλες, την κοίταξε έκπληκτη και, χαμογελώντας ανακουφισμένη, την άφησε να κουβαλήσει μερικές.
Όταν όμως, ανοίγοντας την πόρτα του διαμερίσματος, την κάλεσε μέσα για καφέ, ήταν η δική της σειρά να χαμογελάσει. Στην κουζίνα καθόταν η γριούλα και περίμενε την αδερφή της να γυρίσει. Σαν καλοκουρδισμένα ελβετικά ρολόγια, με μια ακατανόητη για την ίδια συνεννόηση, η μία αδερφή ήξερε πότε θα επιστρέψει η άλλη και φρόντιζε να έχει πάντα έτοιμο το κέικ και τον καφέ· κάθε μέρα, όπως σύντομα διαπίστωσε.
Σιγά σιγά έμαθε την ιστορία των δύο αδερφών και έμαθαν και εκείνες τη δική της. Απέκτησε επιτέλους δυο ζευγάρια αυτιά να την ακούν και τέσσερα μάτια να τη βλέπουν. Την ευχαριστούσε που είχε κοντά της δυο φιλικά πρόσωπα. Άλλωστε, πρόσφερε σε δυο μοναχικές γριούλες τη συντροφιά που και σ’ εκείνες έλειπε. Κάποια στιγμή, τις γνώρισε και ο άντρας της. Εκείνος τους επιδιόρθωνε ό,τι βλάβη προέκυπτε στο σπίτι κι εκείνες τους καλούσαν για κέικ και καφέ. Μια φορά την εβδομάδα τούς έφερναν ένα τάπερ γεμάτο με το εξαιρετικό φαΐ τους κι έπιναν τον καφέ στο δικό τους σπίτι. Και ο καιρός περνούσε…
Καμιά φορά τις Κυριακές τις καλούσαν να φάνε το δικό τους φαγητό. Ήταν ασυνήθιστο γι’ αυτές, αλλά δέχονταν πάντα την πρόσκληση με χαμόγελο και ευγνωμοσύνη. Ένιωθε πια ότι είχε βρει μια άλλη, καινούρια οικογένεια. Δεν ήταν το αίμα που τους έδενε, μα η μοναξιά. Κι ήταν το ίδιο δυνατή. Η ζωή κυλούσε πια όμορφα, με τα πάνω και τα κάτω της, όπως περίπου οι ζωές όλων των ανθρώπων. Μέχρι που ήρθε η μέρα που νόμιζε πως καλύτερη δεν θα γίνει ποτέ. Γεννήθηκε ο γιος της.
Και η περιπέτεια ξεκίνησε ξανά. Οι γριούλες τη βοηθούσαν όσο μπορούσαν. Τής έδωσαν παλιά ρούχα που δεν χρειάζονταν πια τα εγγόνια τους, καροτσάκια και παιδικές κούνιες που είχαν ξεμείνει στην αποθήκη. Την βοηθούσαν τώρα αυτές στα ψώνια, ακόμα και στο μαγείρεμα. Και ο γιος μεγάλωνε. Οι γειτόνισσες έπαιζαν μαζί του και τον πρόσεχαν όταν εκείνη χρειαζόταν να πάει να δουλέψει.
Και χρειαζόταν όλο και πιο συχνά. Οι δουλειές του άντρα της όλο και λιγόστευαν˙ μαζί τους και τα χρήματα – σε αντίθεση με τις ανάγκες τους. Τα πράγματα όλο και δυσκόλευαν κι εκείνη όλο και πιο πολύ έκλαιγε τα βράδια. Σκεφτόταν τη μητέρα της, που είχε δει τον εγγονό της μόνο σε φωτογραφίες, τα αδέρφια της που πλέον τα άκουγε μόνο στο τηλέφωνο, τον γιο της που θα μεγάλωνε χωρίς τους συγγενείς του. Και όλο και περισσότερο δυσκολευόταν να αναπνεύσει.
Μέχρι που στο τέλος, ο άντρας της αποφάσισε τη λύση. Έπρεπε να πάρει τον γιο της και να γυρίσει πίσω. Στη μητέρα της, στην πατρίδα της, στην οικογένειά της. Πίσω στον κόσμο που ήξεραν σωστό. Όταν το πρωτοάκουσε, ήταν σα να βρέθηκε εκεί μονομιάς˙ οι μυρωδιές, οι ήχοι, οι εικόνες. Οι γεύσεις. Η γεύση που έχουν τα δάκρυα χαράς. Μα σύντομα η χαρά της μετατράπηκε σε λύπη. Εκεί ήταν οι συγγενείς της˙ η πατρίδα της˙ οι παλιοί της φίλοι με την παλιά της ζωή. Εδώ όμως, ήταν η πατρίδα του γιου της. Ο τόπος που συνήθισε. Τα χαμόγελα των ανθρώπων που έγιναν κομμάτι της ζωής της.
Μα δεν είχε πραγματικά επιλογή. Έπρεπε να φύγει. Ποτέ ξανά στη ζωή της μια τόσο μεγάλη χαρά δεν της είχε φέρει τόσα πολλά δάκρυα. Και η καινούρια της οικογένεια; Οι δύο αδερφές που γέμισαν ξαφνικά και τυχαία τη ζωή της; Εκείνες την κατάλαβαν. Εκείνες ήξεραν από ξεριζωμό.
Είχαν αφήσει κι αυτές κάποτε το σπίτι τους, που τώρα το είχαν άλλοι. Την αγκάλιασαν. Την ετοίμασαν. Της έδωσαν τις ευχές τους. Αποχαιρέτησαν εκείνη και φίλησαν τον γιο της για τελευταία φορά. Χαμογέλασαν στον άντρα της. Ήταν σαν να του κρατούσαν το χέρι.
Κι έτσι έφυγε. Ο άντρας της έβλεπε τις γιαγιάδες πού και πού. Όταν ήθελαν να τους αλλάξει καμιά λάμπα, ή όταν χρειαζόταν κάτι να δανειστεί. Και ο καιρός περνούσε… Και όλοι μεγάλωναν.
Οι αδερφές αρρώσταιναν. Ο άντρας της χάθηκε απ’ τη ζωή τους. Δούλευε πολύ, είχε τώρα άλλους φίλους, σπάνια τις επισκεπτόταν πια. Η γυναίκα του, που αγαπούσε τους ανθρώπους και την έλεγαν Αντέμ, έμεινε στη χώρα της κι έζησε μια ζωή που δεν ήταν πια σωστή.

© Κ.Λ. 2018

 

δημοσιεύεται κατόπιν αδείας της συγγραφέως
για επικοινωνία: erminad@gmail.com

© periopton.com

Nota bene

η Ερμίνα Δημητρίου είναι απόφοιτη
του Τμήματος Φωτογραφίας
και Οπτικοακουστικών Τεχνών
του ΠΑ.Δ.Α