οι μούσες στη ζωή των καλλιτεχνών

(Σημείωση: αυτό το κείμενο αποτελεί την συντετμημένη εκδοχή ενός εκτενέστερου άρθρου)

Μα έρχεται όμως από τις Μούσες και τρίτη μορφή μανίας και κατοχής από το θείο. Αυτή, καταλαμβάνοντας μια ευγενική και παρθένα ψυχή, την ξεσηκώνει και τη μεθάει με τις ωδές και με τα άλλα είδη της ποίησης, κάνοντάς την να εξυμνεί αμέτρητα κατορθώματα των παλιών και να μορφώνει τις επόμενες γενιές· αλλά όποιος οδηγείται στις πόρτες της ποίησης χωρίς τη μανία των Μουσών, έχοντας πιστέψει ότι θα γίνει μεγάλος ποιητής μόνο με την τέχνη του, ο ίδιος δεν πετυχαίνει, και η ποίησή του, ως έργο φρόνιμου, αφανίζεται από την ποίηση όσων κατέχονται από τη μανία.
Πλάτων ‘Φαίδρος'(245α) (μτφρ. Π. Δόικος)

Η Nusch Éluard φωτογραφημένη από την Lee Miller © The Lee Miller Archive

αφιερωμένο σ’αυτούς που -ελλείψει μούσας- εκπονούν αμφισβητήσιμες ιδεούλες, αλιευμένες σε θολά, ανέμπνευστα περιβάλλοντα.

Καθ’ όλη την διάρκεια της ιστορίας, οι καλλιτέχνες έχουν εμπνευστεί από την παρουσία ορισμένων άλλων ανθρώπων στη ζωή τους που τους ώθησαν να δημιουργήσουν το καλύτερο έργο τους. Η πηγή έμπνευσης μπορεί να είναι ένας άντρας ή μια γυναίκα, αλλά είναι σχεδόν πάντα μια ύπαρξη που διαθέτει, πιθανόν, μεγάλο ταλέντο και ίσως επίσης, εκφραστική φαντασία. Από το μοντέλο της ‘Ολυμπίας’ του Édouard Manet και της ερωμένης του Pablo Picasso -στην ακμή του σουρεαλισμού, έως τoν μεθυσμένο φίλo του Φράνσις Μπέικον, το periopton παρουσιάζει τις πιο επιδραστικές μούσες στις εικαστικές τέχνες.

Dalν, Gala, Paul Eluard i Nusch a Port Lligat, 1931.

Ο όρος προέρχεται από την αρχαία Ελλάδα, όπου, σύμφωνα με το μύθο, ο Θεός Δίας από τη συνεύρεσή του με την Μνημοσύνη, θεά της μνήμης και του λόγου, απέκτησε εννέα κόρες γνωστές ως «μούσες». Η κάθε μια είχε το δικό της εξειδικευμένο πεδίο – μια ήταν η έμπνευση για την ποίηση, μια για τον χορό, μια για την τραγωδία, μια για την αστρονομία κλπ.

Μην θεωρήσετε όμως ότι αναφερόμαστε σε «φαντάσματα» που είναι πλέον λησμονημένα από την ιστορία της τέχνης. Αν απλώς αναφερόμασταν σε ερωτικές ιστορίες από τις οποίες λείπει η καταλυτική επίδραση -ενίοτε αμφίδρομη- αν όχι στο πλήρες σώμα του έργου, τουλάχιστον σε ένα μέρος αυτού, τότε πρόκειται για μια βίαιη ηδονοβλεπτική διείσδυση στον ιδιωτικότητα του άλλου. Και ο αναγνώστης, ως εκ τούτου, μετατρέπεται σε έναν σκανδαλοθήρα, ένα «κουσελιάρικο γραΐδιο» -χαρακτηρισμός προερχόμενος από τον Καραγάτση (στον Γιούγκερμαν) και απόλυτα ταιριαστός εδώ.

Οι μούσες στις οποίες αναφερόμαστε, πρόκειται για πρόσωπα ή προσωποποιημένη δύναμη, η οποία ενέχει θέση προμηθευτή της έμπνευσης και ταυτόχρονα δημιουργό -δια του έργου- του δρόμου για κοινωνική και προσωπική ανάδειξη του καλλιτέχνη. Εξ’άλλου είναι σαφώς πιο εύκολο να πιστέψει κανείς ότι ένα θεϊκό πνεύμα ήταν ο καταλύτης μιας μεγαλειώδους τέχνης παρά να το αποδώσει στην τύχη, στις σωστές γνωριμίες ή στη μόδα της εκάστοτε εποχής.

Ωστόσο, από την εμφάνιση αυτής της ανθρωπομορφικής εκδοχής της έμπνευσης μέχρι σήμερα, μπορεί να ανιχνεύσει κάποιος δυο ανακολουθίες που ξενίζουν. Πρώτη, η μη επικέντρωση καμιας από τις εννέα μούσες στις εικαστικές τέχνες, μια περίεργη παράλειψη που είναι ικανή να οδηγήσει σε αυθαίρετες παραδοχές, όπως ας πούμε, αυτής περί χαμηλής εκτίμησης των αρχαίων Ελλήνων για τα εικαστικά. Δεύτερη ανακολουθία αποτελεί το γεγονός ότι, παρά το κύρος και το σεβασμό που απολάμβαναν σαν ελάσσονες θεότητες και το ελκυστικό παρουσιαστικό τους -και οι εννέα μούσες απεικονίστηκαν ως νέες, ελκυστικές γυναίκες- περιέργως δόθηκε σ’αυτές απλώς ο ρόλος εμπνέωσης των ανδρών, θεών και άλλων και όχι η δυνατότητα να δημιουργούν οι ίδιες τέχνη. Ετσι το φαινόμενο αυτό περιθωριοποίησης και αποδυνάμωσης που εμπεριέχεται σ’αυτό το γεγονός (ίσως και σαν αναδυόμενο φαινόμενο μισογυνισμού, με ιδιαίτερη βαρύτητα τώρα, την εποχή του νεο-συντηρητισμού, του εμμονικού πολιτικώς ορθού), λειτουργεί σαν αδιαφανές διαχωριστικό που εμποδίζει την ανίχνευση της πηγής της έμπνευσης για μεγάλες εικαστικές δημιουργούς, όπως για παράδειγμα την Artemisia Gentileschi ή την Sofonisba Anguissola. Για ορισμένες άλλες μπορούμε να υποθέσουμε ότι μούσα τους πιθανόν υπήρξε o ίδιος τους ο εαυτός (ίσως σαν απόρροια ενός άκρατου εγωκεντρισμού) όπως ας πούμε στην περίπτωση της Frida Kahlo.

Ωστόσο, η επίκληση της Μούσας είναι κάτι περισσότερο από ένα παιχνίδι υπέρβασης. Είναι υπεκφυγή. Μας επιτρέπει να αποφύγουμε να αντιμετωπίσουμε ένα από τα μεγάλα αινίγματα σχετικά με τη δημιουργική διαδικασία: το ανεξήγητό της. Είναι επίσης η αναγνώριση της μυστηριώδους ικανότητας της τέχνης να αναφέρεται σε αλήθειες που φαίνεται αδύνατο να γνωρίζει κανείς. Τί διεργασίες πραγματικά απαιτούνται για να συγγράψει κάποιος τον Άμλετ ή να ζωγραφίσει την Εναστρη Νύχτα; Μόνο μια Μούσα μπορεί πραγματικά να πει. Τα αριστουργήματα της Τέχνης εκπλήσσουν. Φαίνεται ότι προέρχονται από κάπου αλλού. Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να προκύψουν, εάν δεν εκπορευόντουσαν από τον ουρανό μέσω μιας θεάς;

Βέβαια δεν μπορούμε να παραβλέψουμε την ύπαρξη μιας πολυεπίπεδης μορφής λατρείας χρωματισμένης με ερωτική επιθυμία γιατι είναι αλήθεια ότι η ανθρώπινη ενέργεια, ιδιαίτερα η δημιουργική ενέργεια, εμπλέκεται με την σεξουαλικότητα.

Είναι όμως σημαντικό να καταλάβουμε ότι μια μούσα είναι πηγή έμπνευσης, η οποία μπορεί να έρθει σε διάφορες μορφές, πολλές από τις οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τη σεξουαλική ενέργεια. Ενώ υπάρχει μια βαθιά σχέση ανάμεσα στο πάθος και την έμπνευση, το πάθος δεν πρέπει απαραιτήτως να είναι ερωτικό-σεξουαλικό. Θα μπορούσε επίσης να βασίζεται στην πλατωνική μορφή της αγάπης, της φιλίας και της αφοσίωσης. (Κ. Λ.)

Και ας ξεκινήσουμε με ένα παράδοξο…

το ζευγάρι Muriel Latow & Andy Warhol (μια μούσα… επ’αμοιβή!)
Το 1961, ο Warhol πίστευε ότι επρόκειτο να κάνει μεγάλη επιτυχία με μια σειρά ζωγραφικών έργων εμπνευσμένων από τα κόμικς, αλλά ο Roy Lichtenstein τον είχε προλάβει. «Το έκανε πολύ καλύτερα», παραδέχθηκε ο Warhol. Χρειαζόταν μια νέα ιδέα. Μια φίλη, η ειδικός τέχνης, γκαλερίστρια και σύμβουλος σε θέματα τέχνης Muriel Latow, χρέωσε τον Warhol $ 50 για να του βρει μια ιδέα: να κάνει πίνακες χρημάτων, του είπε. Και του έδωσε και μια δεύτερη δωρεάν: τις σούπες Campbell. Το ένστικτό της ήταν απόλυτα εναρμονισμένο με το κλίμα της εποχής. Το εξπρές Pop-Art ήταν έτοιμο ν’αναχωρήσει από το σταθμό∙ επιβάτες οι: Lichtenstein, James Rosenquist, Claes Oldenburg και Andy Warhol.

 

– Marc Chagall & Bella Rosenfeld
 Αφήνοντας τη Λευκορωσία, ο Marc έφτασε στο Παρίσι, το -τότε- κέντρο του νεωτεριστικού κινήματος που επισυνέβαινε στη δυτική τέχνη. Σύντομα πρόσθεσε κάτι επαναστατικό. «Κάτω από την επιρροή του, η μεταφορά έκανε τη θριαμβευτική είσοδό του στη σύγχρονη ζωγραφική», δήλωσε αργότερα ο André Breton, ο οποίος αναγνώρισε τον Chagall ως πατέρα του σουρεαλισμού.
Η Bella γρήγορα έγινε η μούσα του Marc και από τη στιγμή που ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλο το 1909, φάνηκαν να μοιράζονται έναν ιδιαίτερο τρόπο να δουν τον κόσμο. Η Bella ήταν μια ταλαντούχος συγγραφέας και η περιγραφή της πρώτης τους συνάντησης είναι σαν μια ζωγραφιά του Chagall με λέξεις: «Όταν σου έριχνε μια ματιά, τα μάτια του ήταν τόσο μπλε σαν να είχαν πέσει κατευθείαν από τον ουρανό. Ήταν παράξενα μάτια … μακριά, αμυγδαλωτά … και το καθένα φαινόταν να ταξιδεύει από μόνο του, σαν ένα μικρό σκάφος ».
Η Bella συνέχισε να επισκέπτεται τους καμβάδες του για το υπόλοιπο της ζωής του και συχνά απεικονιζόταν με τον Marc να πετάνε μαζί, κόντρα στο νόμο της βαρύτητας. Στον πίνακα ‘Birthday’, εμφανίζονται να αιωρούνται έκπληκτοι, μια ανάβαση προς την υπέρβαση, όπως δύο αβαρείς φυσαλίδες.

 

– Amedeo Modigliani & Jeanne Hebuterne
 Σταθμός στη ζωή του μεγάλου ζωγράφου ήταν η γνωριμία του με τη Jeanne Hebuterne, η οποία έγινε αργότερα συντροφός του και με την οποία απέκτησε μια κόρη. Η Ζαν ήταν 19 χρόνων και φοιτήτρια των Καλών Τεχνών. Ο έρωτάς τους προέκυψε με την πρώτη ματιά. Έγινε σύντροφος και μούσα του, καθώς πόζαρε σε 20 πίνακες του ζωγράφου. Όμως η κατάσταση της υγείας του ήδη εξασθενούσε και στις 24 Ιανουαρίου του 1920 σε ηλικία 35 ετών άφησε την τελευταία του πνοή. Μια μέρα μετά τον θάνατό του, η Jeanne Hebuterne, εννέα μηνών έγκυος, αδυνατώντας να δεχτεί την απώλεια του αγαπημένου της, έδωσε τέλος στη ζωή της πηδώντας από το παράθυρο 5ου ορόφου….

 

– Germaine Gargallo & Pablo Picasso
 Όμορφη, με ένα αυθάδικο πρόσωπο, λεπτή μέση, μεγάλα μάτια, ένα σαρκώδες στόμα, παιδιάστικα μάγουλα και πυκνά ανάστατα μποέμικα μαλλιά, που έδιναν την εντύπωση ότι μόλις είχε σηκωθεί από το κρεβάτι, Με κάτι σκοτεινό και άγριο στο βλέμμα, κάτι το ζωώδες.
Μούσα, μοντέλο και ερωμένη του Pablo Picasso , η Germaine δεν ήταν άγρια ενώ έμοιαζε. Αυτή είναι μια φωτογραφία που την δείχνει, ντυμένη με ένα μαύρο φόρεμα, ανοιχτό στο λαιμό, καθισμένη πάνω σ’ένα παλτό και στραμμένη κατά τρία-τέταρτα να κοιτάζει κατευθείαν στο φακό με τα δάχτυλά της να είναι σχεδόν αδιαμφισβήτητα στρεβλωμένα, μια υποδήλωση για το κρύο που θα μπορούσε να επικρατεί στο εργαστήριο. Ποιός να τράβηξε αυτή την φωτογραφία;  Ο Carlos; (Carlοs Casagemas φίλος του Picasso) Ο Pablo; Κανείς δεν ξέρει. Κρίμα.

 

– Gabriële Buffet-Picabia & Francis Picabia
 Μια εξίσου εξίσου άτυπη ηρωΐδα, η Gabriële Buffet-Picabia (1881-1985),σύζυγος του ζωγράφου Francis Picabia, μούσα του Marcel Duchamp, του Apollinaire, του Arthur Cravan, του Edgard Varese, του Tzara, του Stravinsky και αρκετών άλλων μεγαλοφυιών.
Η εποχή είναι σε καλλιτεχνικό αναβρασμό, στη Νέα Υόρκη αλλά και στη Ζυρίχη, όπου γεννιέται το κίνημα Dada. «Ούτε όμορφη ούτε άσχημη,» η Gabriele γοήτευε τους άνδρες γύρω της, αρχίζοντας με τον Picabia, ο οποίος διέκρινε σ’αυτήν ένα «ερωτικό εγκέφαλο», μια γυναίκα «πάντα πλούσια σε πνεύμα», γνωρίζοντας «πώς να παρασύρει στα βάθη της, εκείνους που είναι ικανοί να ζήσουν μόνο στην επιφάνεια».
Συνθέτης της avant-garde, η σύζυγος αφήνει την καριέρα της για να αφιερωθεί σε αυτή του Picabia, του κυκλοθυμικού δανδή και γυναικά, ωθώντας τον να δημιουργήσει αφηρημένη ζωγραφική και σύγχρονη μουσική.
Απετέλεσε το λαμπρό πνευματικό alter ego του Francis Picabia, μια αποφασισμένη, μετριόφρων, ανεξάρτητη, λαμπρή (θεωρητικά) γυναίκα. Η συνάντησή τους τον Σεπτέμβριο του 1908 οδήγησε πρώτα απ ‘όλα σε μια παρανόηση, «ο νεαρός άνδρας που αντιπροσώπευε όλα όσα μισούσε». Τελικά τον έσπρωξε έξω από τους περιορισμούς του, υποκινώντας τον στην εικονογραφική επανάσταση. Το ζευγάρι θα ενσωματώσει μια εποχή τον Marcel Duchamp σε ένα περίεργο τρίγωνο (το σχήμα που περιέχει το σκάνδαλο) – τον Duchamp, με τον οποίο η Gabriel θα έχει μια ρομαντική σχέση, η οποία δεν θα ολοκληρωθεί παρά μόνο μετά το θάνατο του Francis το 1953 – μετά ακολούθησε ο Guillaume Apollinaire.

 

– Georgia O’Keeffe & Alfred Stieglitz
 Υπήρξε μούσα του μεγάλου φωτογράφου Alfred Stieglitz, αλλά, όπως όλοι γνωρίζουν, η Georgia O’Keeffe έγινε μια μοντερνίστρια ζωγράφος, αποκτώντας τη δική της φήμη, ξεπερνώντας κατά πάσα πιθανότητα αυτή του Stieglitz. Ζωγράφιζε ήδη αρκετά χρόνια, όταν ο Stieglitz ανακάλυψε την δουλειά της το 1916. Ερωτεύτηκαν και τελικά παντρεύτηκαν το 1924. Ο Stieglitz την υποστήριξε οικονομικά, ώστε να μπορέσει να ζωγραφίσει, και εξέθετε τα έργα της σε τακτική βάση μέχρι τον θάνατό του, το 1943. Επίσης, φωτογράφισε την O’Keeffe για ένα διάστημα 20 ετών, δημιουργώντας περισσότερες από 300 φωτογραφίες της. Σε αντίθεση με πολλές μούσες στην ιστορία της τέχνης, η O’Keeffe έζησε κάτι περισσότερο από 40 χρόνια μετά τον θάνατο του φωτογράφου και είχε μια μακρά επιτυχημένη καριέρα.

 

– Gala & Salvator Dalí
 Όταν ο Salvador Dali συναντά την Helena Ivanovna Diakonova, αυτή είναι κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερή του, παντρεμένη με τον Paul Eluard και μητέρα ενός κοριτσιού – ένα κλασικό οικογενειακό σχήμα από το οποίο ήθελε να δραπετεύσει – και ερωμένη του καλλιτέχνη Max Ernst. Η Gala εγκαταλείπει έτσι δύο άντρες για να ζήσει το πάθος της με τον Ισπανό ζωγράφο τον οποίο παντρεύτηκε το 1932.
Γίνεται γρήγορα η μούσα του – εμφανίζεται συχνά σε έργα του – πράκτορας και προστάτιδά του. Και ερωμένη του; Είναι δύσκολο να γνωρίζουμε καθώς ο Σαλβαδόρ Ντάλι ισχυρίζεται ότι είναι παρθένος και εντελώς ανίκανος και ότι η Gala δεν κρύβει τις σχέσεις της με άλλους άνδρες.
Ο,τι και αν συμβαίνει είναι δύο ερωτευμένοι που δημιουργούν το δικό τους ρομαντικό αλφάβητο και ο εγκεφαλικός τους ρομαντισμός είναι το κλειδί για την επιτυχία του ζωγράφου: «Θα γυαλίσω τη Gala για να την κάνω να λάμψει, να την κάνω όσο γίνεται πιο ευτυχισμένη, να τη φροντίζω περισσότερο από τον εαυτό μου, γιατί χωρίς αυτήν, όλα θα τελειώσουν ».

 

– Nusch Éluard & Paul Éluard
 Μετά τη σταδιοδρομία της ως ηθοποιός στο Βερολίνο τη δεκαετία του 1920, η Maria Benz εγκαθίσταται στο Παρίσι όπου συναντά τον Paul Eluard στο δρόμο ο οποίος που μόλις είχε χωρίσει με τη γυναίκα του Gala, η οποία τον εγκατέλειψε για τον Salvador Dali. Μια μούσα στο σουρεαλιστικό κίνημα στο οποίο ανήκει ο εραστής της, είναι το θέμα των αισθησιακών γυμνών φωτογραφιών του Man Ray και η βασική έμπνευση για τα ποιήματα του Paul Eluard.
Το ζευγάρι παντρεύεται το 1934. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, ο Pablo Picasso γίνεται στενός φίλος των Eluards και ο ζωγράφος απεικονίζει συχνά την Nusch, ενώ πιστεύεται ότι και οι δύο είχαν κάποιο δεσμό, που εγκρίθηκε από τον Paul Eluard ο οποίος φάνηκε να εκτιμά την έννοια του ménage-à-trois, μην έχοντας προηγουμένως αντιδράσει για τον δεσμό της πρώτης σύζύγου του, Gala με τον Max Ernst.
Η Nusch Eluard ενσάρκωσε με το σύζυγό της ένα εικονικό ζευγάρι του σουρεαλιστικού κινήματος, αλλά προέβαλε επίσης την εικόνα μιας ανεξάρτητης, αντισυμβατικής και εξαιρετικά ερωτικής γυναίκας που δημιούργησε μια δική της τέχνη με τα εκκεντρικά της κολάζ και άφησε μια ολόκληρη ομάδα καλλιτεχνών συντετριμμένους με τον αιφνιδιαστικό της θάνατο. Τα λόγια του Paul Eluard για την αναζωογονητικά επιδραστική μούσα: «Και όσο περισσότερο σε έβλεπα να ζείς δίπλα μου – Τόσο περισσότερο σε συνέχεα με την αυγή και το καλοκαίρι»

 

– Camille Claudel & Auguste Rodin
 Η Camille Claudel μελετά γλυπτική στην Ακαδημία της la Grande Chaumière, στο Παρίσι στα τέλη της δεκαετίας του 1880, όπου παρουσιάζει τα πρώτα της έργα στον αναγνωρισμένο γλύπτη Auguste Rodin. Εντυπωσιασμένος από το ταλέντο της νέας γυναίκας, την προσκαλεί στο ατελιέ του όπου παρατηρεί την τεχνική και την εκφραστική αισθητική του μέντορά της, ενώ εμφανίζει τα πρώτα της κομμάτια. Τα πρώτα της έργα δείχνουν αναμφισβήτητα την επιρροή του Auguste Rodin με τον οποίο ζει μια παθιασμένη αγάπη.
Ετσι στην πορεία τους αναμιγνύονται η ιδιωτικότητα και το έργο τους, όταν και οι δύο καλλιτέχνες συνομιλούν μεταξύ τους με τις δημιουργίες τους. Ο Auguste Rodin παρουσιάζει το πάθος του για την Camille Claudel στα πολυάριθμα πορτρέτα που σχεδιάζει, ενώ η νεαρή γυναίκα κάνει πολύ λίγες αναφορές στον εραστή της στο έργο της. Αν και τα έργα της χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερα προσωπικά λυρικά και καλαισθητικά στοιχεία, πολλοί κριτικοί την κατηγορούν για την ισχυρή επιρροή του Auguste Rodin.
Εξοργισμένη με τον εραστή της επειδή δεν άφησε τη σύζυγό του γι’αυτήν, η Camille Claudel αναπτύσσει όλο και περισσότερο παρανοϊκό σύνδρομο απέναντι στον Auguste Rodin, κατηγορώντας τον για την καταστροφή της καριέρας της. Ασταθής και απομονωμένη, εισάγεται από την οικογένειά της σε άσυλο το 1913, ενώ ένας γηράσκων Auguste Rodin ανίσχυρος συμβάλλει στην παρακμή της ερβμένης του. Η βασανισμένη σχέση Camille Claudel και Auguste Rodin θέτει σαφώς το ερώτημα εάν η αγάπη μπορεί να επιβιώσει από την επαγγελματική αντιπαλότητα.

 

– Gustav Klimt & Emilie Louise Flöge

 Η δια βίου σύντροφος του Klimt Emilie Louise Flöge, εμφανίζεται στο αριστούργημά του του 1908 ‘The Kiss’, το οποίο απεικονίζει το ζευγάρι ως εραστές προφυλαγμένους στο φέγγος του χρυσού. Ο Klimt ζωγράφισε επίσης την αυστριακό σχεδιάστρια μόδας σε έναν πίνακά του το 1902, με τίτλο Emilie Flöge. Ενώ δεν παντρεύτηκαν επίσημα, ήταν μαζί μέχρι το θάνατο του καλλιτέχνη το 1918. Ωστόσο, ο Klimt φημολογείται επίσης ότι είχε σχέσεις με πολλά από τα μοντέλα και τις κυρίες της ανώτερης τάξης που ζωγράφισε, με αποτέλεσμα… την ύπαρξη τουλάχιστον 14 παιδιών.

 

– Victorine Meurent & Édouard Manet

 Ζωγράφος και η ίδια, η Victorine Meurent είναι περισσότερο γνωστή από πίνακες του Édouard Manet για τους οποίους ποζάρισε ως μοντέλο, και η οποία παρουσιάστηκε το 1863 στο εξαιρετικά επηρεαστικό έργο ‘Olympia’. Απεικονίζεται επίσης στα έργα ‘Le Déjeuner sur l’Herbe’ (1862-63), ‘Woman with Parrot’ (1866), ‘The Railway’ (1872) κ.α.
Ξεκίνησε να εργάζεται σαν μοντέλο από 16 ετών και εργάστηκε για πρώτη φορά με τον Manet το 1862 για το έργο του ‘The Street Singer’, αν και είναι άγνωστο ακριβώς πώς συναντήθηκαν. Είχε επίσης ποζάρει για τους ζωγράφους Edgar Degas και Alfred Stevens.
Σε αντίθεση με πολλές άλλες μούσες, ειδικά εκείνη την χρονική περίοδο, η Meurent δεν πιστεύεται ότι ήταν ερωμένη του Manet. Αντίθετα πιστεύεται ότι είχε μια ρομαντική σχέση με τον Stevens.

 

– Toulouse Lautrec & Suzanne Valadon
 Είναι το 7 rue Tourlaque όπου γεννιέται η ιστορία αγάπης μεταξύ του Henri de Toulouse Lautrec και της Suzanne Valadon. Ο ζωγράφος νοίκιασε ένα εργαστήριο εκεί, ενώ το νεαρό μοντέλο, στη συνέχεια Marie-Clémentine, μετακόμισε στο κτίριο με τη μητέρα και το γιο της το 1886. Σύντομα, ποζάρισε για τον Toulouse Lautrec πριν γίνει η ερωμένη του. Η σχέση τους θα διαρκέσει δύο χρόνια.

έρευνα-κείμενο-επιμέλεια: Κάππα Λάμδα

© periopton.com