ο Balthus, οι αναμνήσεις, οι πολαρόιντ και… ένας μιμητής

Ενας καλλιτέχνης σε αποδρομή. Ο βιολογικός μαρασμός και η απώλεια της ικανότητας σχεδιαστικής αναπαράστασης. Η στιγμιαία φωτογραφία ως υποκατάστατο του μέσου για την υλοποίηση των -εμμονικών σε πρώτη ανάγνωση- ιδεών του. Ενα οκτάχρονο κορίτσι που σιγομουρμουρίζει ένα μοτίβο του Mozart (αγαπημένου συνθέτη του καλλιτέχνη), η τελευταία μούσα, που έδωσε σ’ ένα ζωγράφο ζωή στα τελευταία χρόνια του. Για την ακρίβεια κάθε Τετάρτη απόγευμα για οκτώ συνεχή χρόνια.

«Μπορεί να ακούγεται αλαζονικό, αλλά υπήρχε έντονη η αίσθηση, ότι εξαρτάτο πολύ από την παρουσία μου», θυμάται η Anna Wahli στο κείμενο της για την συνύπαρξή της με τον Balthus μέσα από το βιβλίο με τίτλο ‘Τετάρτη απόγευμα (Wednesday Afternoon): οι τελευταίες μελέτες’ που εκδόθηκε απο τον οίκο Steidl.

ο Μπαλτύς και η Αννα1995., © Bruno Barbey Magnum Photos.

Η μηχανή Polaroid που αντικατέστησε τα μολύβια του καλλιτέχνη κατέγραψε στιγμές του μοντέλου και παρέδωσε φωτογραφίες αληθινές και έντονες∙ τόσο πλήρεις αισθητικά, που κινδυνεύει κάποιος να περιπέσει σε μεγάλο ατόπημα, αν παραβλέψει αυτή την αυτοτέλεια και τις θεωρήσει απλώς όχημα μεταφοράς συνθηκών και αισθήσεων προς ένα άλλο μέσον.

Επίσης, παρέχουν μαρτυρία για τον τρόπο που εργαζόταν ο καλλιτέχνης, καταγράφοντας ακριβώς αυτό στο οποίο αποσκοπούσε, ας πούμε τη θέση ενός χεριού, τον τρόπο που μπορεί να τεντωθεί ένα πόδι, τη διάθεση που δημιουργήθηκε από έναν άξονα φωτός. Τεκμηριώνουν μια άποψη, όπου ανιχνεύεται η παρουσία -ίσως σκόπιμα- μια υφέρπουσας σεξουαλικότητας, με μια διαδικασία που είναι διαχειρίσιμη απ’όλους, παραδίδοντας εικόνες αδέξιες, απρόβλεπτες και μη παραμετροποιήσιμες, αλλά αναντίρρητα μαγνητίζουσες∙ αυτό μπορείς να το πεις και δημοκρατικό. (Κ.Λ.)

Να τί μας λέει η ίδια η Αννα:

«Άρχισα να ποζάρω για τον Balthus όταν ήμουν οκτώ ετών. Εκείνη την εποχή, η ζωή μου ήταν όπως κάθε μικρού κοριτσιού και ο Balthus ήταν για μένα μόνο ο γείτονάς μου, ένας ασθενής του πατέρα μου, ένας συμπαθής ηλικιωμένος που γνώρισα όταν πήγα να παίξω στο σπίτι της φίλης μου, κόρης του προσωπικού του Grand Chalet. Η ιστορία για το πώς με επέλεξε να γίνω το μοντέλο του, σχετίζεται με τη μελωδία της Βασίλισσας της Νύχτας του Μότσαρτ, την οποία με είχε ακούσει να τραγουδάω μια μέρα, όταν επέστρεψα στο σπίτι από το σχολείο. Ερωτευμένος ο ίδιος με τον συνθέτη, ίσως να είχε κάποια ενόραση. Στη συνέχεια, ρώτησε τον πατέρα μου αν συμφωνεί να ποζάρω γι’ αυτόν.

Ξέρω ότι οι γονείς μου ζήτησαν τη γνώμη μου, αλλά δεν θυμάμαι να σκέφτομαι για την απάντησή μου, είπα ναι και πήγα για πρώτη φορά στο Grand Chalet λίγες μέρες αργότερα.

Οκτώ χρόνια αργότερα εξακολουθούσα να το επισκέπτομαι.

Θυμάμαι ότι το πρώτο ποζάρισμα με έκανε πραγματικά να αισθάνομαι άβολα. Ήμουν πολύ αμήχανη, δεν γνωρίζαμε ο ένας τον άλλον ακόμα. Ήταν ένα πολύ περίεργο συναίσθημα να σε παρατηρούν και να σε μελετούν. Δεν ήμουν συνηθισμένη να με κοιτάζει τόσο επίμονα κάποιος. (…)

Ο Balthus μου ομολόγησε πολύ αργότερα ότι και αυτός ήταν τρομοκρατημένος εκείνη την μέρα από την παρουσία μου. Το βλέμμα μου τον έκανε να νοιώθει αμήχανα όσο και το δικό του εμένα. Με την πάροδο του χρόνου, σταδιακά «εξημερωθήκαμε» όπως του άρεσε να λέει, μέχρι να γίνει στη συνέχεια συνεργασία και αυτό το τόσο άβολο πρώτο ποζάρισμα κατέληξε να είναι μέρος της καθημερινής μου ζωής. (…).

Μια μέρα, σε ένα άλλο δωμάτιο του Grand Chalet και σε μια άλλη στάση, ο Balthus θύμωσε με το μολύβι του. Δεν μπορούσε πλέον να το χρησιμοποιήσει όπως ήθελε και του έπεσε επειδή τα δάχτυλά του δεν μπορούσαν πλέον να κρατούν ένα τόσο λεπτό αντικείμενο. (…)

Ο Balthus έπρεπε να αλλάξει πολύ γρήγορα με τις polaroids. (…)

Σε κάθε συνάντηση, μεσολαβούσε ένας μακρύς χρόνος παρατήρησης, έκανε πολλές Polaroids και μεταξύ των δύο λήψεων με πλησίαζε με το μπαστούνι του, στη συνέχεια μετακινούσε ένα χέρι, ένα πόδι, τακτοποιώντας τα μαλλιά μου ή γυρίζοντας λίγο το πρόσωπό μου. Δεν θεωρούσα ότι άλλαζε τίποτα, με ενοχλούσε ακόμη και όταν σηκωνόταν με δυσκολία από το κάθισμά του, για πολλοστή φορά, για να αλλάξει μια λεπτομέρεια στη πόζα. (…)

Από την ηλικία των 8 έως 16 ετών, δεν είχα σταματήσει να περνώ κάθε απόγευμα Τετάρτης για τον Balthus. Πρέπει να πω ότι δεν μου φαινόταν ασυνήθιστο. Ήταν μέρος της καθημερινής μου ζωής. Μερικές φορές συνειδητοποιούσα την έκταση αυτού που βίωνα, όταν οι δημοσιογράφοι ή οι φωτογράφοι ήθελαν να με συναντήσουν, να μου πάρουν συνέντευξη ή να με φωτογραφίσουν.

Σε αυτές τις σύντομες συναντήσεις, συνειδητοποίησα ότι βίωνα πιθανώς κάτι εξαιρετικό, μοναδικό. Τον υπόλοιπο χρόνο, φοβόμουν μάλλον το τηλεφώνημα του Balthus στο σπίτι για να με ζητήσει να πάω και να ποζάρω. Αναρωτιέμαι γιατί επέστρεφα σχεδόν κάθε εβδομάδα; Βεβαίως, μερικές φορές δεν τολμούσα να πω όχι, αλλά θα μπορούσα να ζητήσω από τους γονείς μου να το κάνουν για μένα. Συχνά με ενοχλούσε πραγματικά να πρέπει να πηγαίνω. Θα προτιμούσα να παίζω με τους φίλους μου ή να πάω για σκι όταν έπεφτε το χιόνι. Τείνω να πιστεύω ότι βρήκα κάποιο ενδιαφέρον, γιατί κανείς δεν με πίεσε. Ίσως ένιωθα αναγκαίο ή σπουδαίο να είμαι παρούσα για τον Balthus που με ζητούσε. Ο πατέρας μου αστειευόταν ότι ήμουν «το καλύτερο φάρμακο του» … Δεν μπορώ να βρω μια απάντηση για μένα.

Υπήρχε κάτι απερίγραπτο σε ό, τι μας έδενε, τον Balthus και εμένα. Με είχε παρακαλέσει να του μιλήσω, ποτέ δεν μπόρεσα, αλλά ένιωθα κοντά του, κάτι μεταξύ ενός παππού και ενός φίλου. Κάποια συνενοχή και τελετουργίες, τα οποία μας επέτρεψαν να υποστηρίξουμε τους εαυτούς μας αυτά τα 8 χρόνια, κατά τη διάρκεια εκείνης της εποχής, εκτός χρόνου και σχεδόν εξωπραγματικής, που ήταν οι συναντήσεις για ποζάρισμα…»

 Nota bene

Αρκετό καιρό μετά τον θάνατο του Balthus, περίπου 2.000 φωτογραφίες βρέθηκαν στο στούντιο του στο Grand Chalet στο Rossinière της Ελβετίας. Αυτές οι φωτογραφίες, που δεν ήταν γνωστή η ύπαρξή τους, διατηρήθηκαν προσεκτικά και επεξεργάστηκαν για να σχηματίσουν ένα χρονολογικό αρχείο καταλογογραφημένο ανά θέμα, πόζα, σύνθεση, αντικείμενο, μοτίβο και τόπο, δημιουργώντας έτσι ένα συνεκτικό σώμα, που επιτρέπει την πληρέστερη κατανόηση της μακράς προπαρασκευαστικής διαδικασίας του ζωγράφου.

και ο μιμητής

Για αυτή τη σειρά ασπρόμαυρων προσωπογραφιών, ο Hisaji Hara βάσισε τις φωτογραφικές του συνθέσεις στα έργα ζωγραφικής του Balthus.

Στα βήματα της Ιαπωνικής παράδοσης, ο Hara δημιουργεί εικόνες που είναι εμποτισμένες με έναν ερεθιστικό συνδυασμό αθωότητας και ερωτισμού. Οι σχολικές στολές, κυρίαρχο στοιχείο της Ιαπωνικής εικονογράφησης (ιδιαίτερα στα Manga και στα Anime) οι οποίες τονίζουν την αμήχανη μεταβατική περίοδο μεταξύ παιδικότητας και ενηλικίωσης, συμβάλλουν ώστε οι αθώες, ασυνείδητες στάσεις ανέμελων παιδιών, να προ(σ)καλούν το βλέμμα ως προκλητικές πόζες νεαρών γυναικών. Και εμείς οι θεατές, γινόμαστε τα πρόσωπα που κοιτάμε από τα μικρά παράθυρα, τη ζωή στο εσωτερικό ενός κουκλόσπιτου.

Το σκηνικό για αυτές τις φωτογραφίες είναι ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο μιας ιδιωτικής ιατρικής κλινικής που χρησιμοποιήθηκε στη δεκαετία του ’40 και του ’50. Προκειμένου να μιμηθεί το βάθος και τη μυστηριώδη ατμόσφαιρα που υπάρχει στα έργα του Balthus, ο Hara υιοθετεί διάφορα τεχνάσματα, πέρα από την -προφανή- χρήση της φωτογραφικής μηχανής, προκειμένου να αναπαράγει τη λοξή προοπτική των έργων του Balthus. Σ’ αυτά συμπεριλαμβάνονται οι μηχανές καπνού, τα ειδικά επιλεγμένα έπιπλα και οι απαρατήρητες προσθήκες στα κοστούμια των θεμάτων του ώστε να δημιουργήσουν τις παράξενες γωνιώσεις. Οι πολλαπλές εκθέσεις και ο τρόπος εστίασης με το βάθος πεδίου, προσθέτουν στο μυστήριο των εικόνων.

© periopton.com

επιμέλεια-κείμενο-μετάφραση; Κάππα Λάμδα