Αγαπητέ Βίνσεντ αν δεν αυτοκτόνησες, τότε ποιός σε σκότωσε; (ΙΙ)

Λοιπόν, να ένα… όχι μήλο που παραπέμπει και αυτό σε έγκλημα και δη προπατορικό, μονοπάτι που τέμνεται με τον δρόμο της ζωής του καλλιτέχνη, λίγο πριν την επίμαχη ημερομηνία. Οι Secrétan μια αστική οικογένεια του Παρισιού, ο πατέρας φαρμακοποιός, είχαν επιλέξει την γραφική Auvers σαν τόπο καλοκαιρινού παραθερισμού. Το 1890 ο γιός, René Secrétan, ήταν ένας 16χρονος έφηβος. Στο Παρίσι, η λυκειακή εκπαίδευσή του Ρενέ τον έκανε αποδεκτό στην αστική κοινωνία. Στην Auvers, του επέτρεψε να είναι νταής. Ολοι γνωρίζουμε την αίγλη με την οποία περιβάλλονται οι επισκέπτες από μυθώδεις τόπους, όπως ας πούμε -στα καθ’ημάς- οι εξ Αμερικής «μπρούκληδες», απόρροια του μεγάλου μεταναστευτικού κύματος και το θάμβος που προξενούσαν στους σχετικά απομονωμένους κατοίκους αυτής της εσχατιάς της Εσπερίας ή οι -σε μικρότερη κλίμακα- «πρωτευουσιάνοι» που επισκέπτονταν την τελματωμένη κοινωνικά επαρχία (μιλάμε για το τέλος του 19ου αρχές 20ου αιώνα έτσι;). Αυτό ακριβώς το «θάμπωμα» έκανε σχεδόν όλους να παραβλέπουν μέχρι του σημείου συγκάληψης τις παρασπονδίες των επισκεπτών οι οποίες άγγιζαν πολλές φορές τα όρια της παραβατικότητας. Τώρα φανταστείτε ότι σε μια χαλαρή και χωρίς επιπτώσεις ατμόσφαιρα, ένας κακομαθημένος έφηβος είναι δυνατόν να αισθανθεί σαν ένας ροκ σταρ. Οποιαδήποτε αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του θα εκλειφθεί σαν χαριτωμένη ιδιοτροπία και σαν τέτοια θα παραβλεφθεί ή θα δικαιολογηθεί και θα αποσιωπηθεί.

Ο ανεκδιήγητος αυτός τύπος λοιπόν, έλεγε ότι ήρωάς του και το πρότυπο για τη συμπεριφορά του ήταν ο Bill Cody (ο γνωστός Μπάφαλο Μπίλ), του οποίου το σόου ‘η Άγρια Δύση’ είχε δει στο Παρίσι το προηγούμενο έτος. Σαν ενθύμιο είχε αγοράσει (και φορούσε!) ένα κοστούμι καουμπόι (σακάκι καστόρι με κρόσσια, καπέλο, δερμάτινα παντελόνια) το οποίο συνοδευόταν από το απαραίτητο αξεσουάρ· ένα παλιό, μικρού διαμετρήματος περίστροφο που έδειχνε μεν απειλητικό, αλλά ήταν και απρόβλεπτο αφού αλλά είχε -πολύ συχνά- προβληματική λειτουργία. Μιλάμε για το ανάφορο του κωμικά γραφικού έτσι; (όποιος έχει παρακολουθήσει το κινηματογραφικό «ένας Αμερικάνος στη Ρώμη» με τον Αλμπέρτο Σόρντι, αντιλαμβάνεται) Ταυτόχρονα επιβεβαιώνεται η θεωρία περί ανοχής και επιβεβαιώνεται η άγνοια κινδύνου, γιατί το να έχεις ένα 16χρονο «πυροβολημένο» με γεμάτο περίστροφο και να μην αντιδράς, ε τότε, πας γυρεύοντας ν’ακούσεις και για το συνοδό αιματηρό περιστατικό. Τώρα, όπως όλοι γνωρίζουμε, στο «χτίσιμο» του χαρακτήρα του σκληρού ήρωα της άγριας Δύσης και των απέραντων πεδιάδων, χρειάζεται η «αυλή», η παρέα ή η συμμορία -πείτε το όπως θέλετε, αλλά πάνω απ’όλα είναι αναγκαίο να υπάρχει και ο απέναντι, υπό τη μορφή του κακού ή αν κρατάς εσύ τον ρόλο του κακού, τότε ο ιδιότυπος και εκκεντρικός κάτοικος του οικισμού.

σχέδιο αγοριού ίσως του René Secrétan, του πιθανού δολοφόνου του

Ο Ρενέ βρήκε τον στόχο του στο πρόσωπο του παράξενου Ολλανδού επ’ονόματι Βίνσεντ, ο οποίος μέχρι τη στιγμή της άφιξης της οικογένειας Secrétan για το καλοκαίρι, ήταν ήδη αντικείμενο φημών και εμπαιγμού. Ένας εύκολος στόχος. Διέσχιζε την πόλη σέρνοντας τα βήματά του με ματωμένο αυτί και το αδέξιο φορτίο των παρελκομένων της ζωγραφικής, σταματώντας για να ζωγραφίσει οπουδήποτε τον ευχαριστούσε. Έπινε. Καυγάδιζε έντονα σε μια ακατανόητη διάλεκτο ολλανδικών και γαλλικών. Ένας αποδυναμωμένος στόχος.


Μια επιστολή από έναν επαρχιακό γιατρό, τον Félix Ray, δείχνει πόσο από το αυτί του Βαν Γκογκ αποκόπηκε τον Δεκέμβρη του 1888

Σε αντίθεση με τον Ρενέ, του οποίου ο πατέρας ήταν μια ισχυρή παρουσία στην καλοκαιρινή κοινότητα, ο Βίνσεντ δεν είχε φίλους. Ισως γι’αυτό ήταν πιο δεκτικός σε νέες γνωριμίες και λόγω αυτού ο Ρενέ, χρησιμοποιώντας τον αδελφό του Γκαστόν, έναν αισθητή, ως Δούρειο Ίππο, γλίστρησε στον περίκλειστο χώρο του ζωγράφου. Σκαρώνοντάς του διαρκώς διάφορες χοντράδες, αυτού του περίεργου Ολλανδού που τον αποκαλούσα Τοτό, όπως το πιπέρι στα πινέλα του (τα οποία πιπιλούσε όταν χανόταν στις σκέψεις του), αλάτι στο τσάι, μια φορά μάλιστα έβαλαν ένα φίδι στο κουτί ζωγραφικής του. Όλα υπάρχουν σε αρχεία: τα περισσότερα στοιχεία προέρχονται ως επί το πλείστον από αφήγηση προς το τέλος της ζωής του από τον ίδιο τον Ρενέ. Ο Ρενέ που αργότερα έγινε ένας σεβαστός τραπεζίτης και επιχειρηματίας αλλά δεν τον εγκατέλειψε ποτέ ο καουμπόι μέσα του, αφού διακρίθηκε ως σκοπευτής και κυνηγός και τελικά αποσύρθηκε ως ευγενής γαιοκτήμονας. Εξοργισμένος από την απόδοση του Τοτό από τον Kirk Douglas -στην κινηματογραφική βιογραφία του Βαν Γκογκ- σαν έναν αποκαθαρμένο επικό ήρωα ( «γκροτέσκο», το αποκάλεσε ο ίδιος), ο Ρενέ άρπαξε την τελευταία ευκαιρία του για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Όπως αναμενόταν αρνήθηκε ότι έπαιξε κάποιο ρόλο στον τραυματισμό του Βαν Γκογκ, εκτός από την παροχή του όπλου. («Λειτουργούσε όταν ήθελε», αστειευόταν ο Ρενέ, και ήταν καθαρά η «μοίρα» που ήθελε να λειτουργήσει τη ημέρα που πυροβόλησε τον Van Gogh). Είπε ότι είχε ήδη εγκαταλείψει την Auvers όταν συνέβη το περιστατικό (παραδόξως βιαστικά στα μέσα της σεζόν).

Λοιπόν έχουμε ένα αλλοπαρμένο 16χρονο που στριφογυρίζει ένα γεμάτο περίστροφο οραματιζόμενος επικές σκηνές με πυροβολισμούς στις ‘περιοχές των συνόρων’ και μια ιστορία παρατεταμένης παρενόχλησης και επίμονου χλευασμού προς τον ιδιόρρυθμο ζωγράφο. Έχουμε έναν μάρτυρα που είδε τον Βαν Γκογκ στο δρόμο προς την οικογενειακή βίλα των Σεκρετάν τη νύχτα του συμβάντος και έχουμε επίμονες φήμες ότι ο καλλιτέχνης δεν τραυματίστηκε από το δικό του χέρι, αλλά από «νεαρά αγόρια» – οι φήμες αναφέρθηκαν από έναν εξέχοντα μελετητή ο οποίος ταξίδεψε στην Auvers τη δεκαετία του 1930 και πήρε συνεντεύξεις από τους ντόπιους, όταν ο θάνατος του ζωγράφου ήταν ακόμα ζωντανός στη μνήμη τους. Πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους αναφέρονταν σε αυτή τη φήμη την οποία και κατέγραψε: ότι μερικά «νεαρά αγόρια» είχαν πυροβολήσει τον Βίνσεντ τυχαία. Τα αγόρια δεν αποκαλύφθηκαν (η συγκάλυψη που λέγαμε) επειδή φοβούνταν ότι θα κατηγορηθούν για δολοφονία και ο Βίνσεντ επέλεξε να τα προστατεύσει ως τελική πράξη του μαρτυρίου του∙ όλα αυτά βέβαια πριν από τον πυρετό του κινηματογραφικού ‘Lust for Life’ (1956) που απλά «έσπρωξε» στο σκοτάδι τις αναφορές.

το αγγελτήριο θανάτου

Πριν από χρόνια, όταν όλα αυτά τα στοιχεία άρχισαν να αναδύονται από τις διάφορες έρευνες, ένας επιμελητής του Μουσείου Βαν Γκογκ κατέθεσε τη δική του άποψη. «Νομίζω ότι φαίνεται σαν ο Vincent να προστάτευσε τα αγόρια και να εξέλαβε το “ατύχημα” ως μια απροσδόκητη διέξοδο από την επιβαρυμένη ζωή του. Αλλά η αυτοκτονία, είναι περισσότερο ή λιγότερο εντυπωμένη στον εγκέφαλο των προηγούμενων και των σημερινών γενεών και έχει γίνει ένα είδος αυταπόδεικτης αλήθειας. Η αυτοκτονία του Βίνσεντ έχει γίνει το γκραν φινάλε της ιστορίας του μάρτυρα για την τέχνη, είναι το αγκάθινο στέμμα του».

Αν και κάθε λεπτομέρεια και στοιχείο έχει αντιπαραβληθεί με τις αναφορές αυτοπτών μαρτύρων απο την Auvers, πραγματικά δεν λένε τίποτα νέο. Γιατί είναι γνωστό ότι ο Βίνσεντ βίωνε μια παρόμοια ατμόσφαιρα εκφοβισμού και γελοιοποίησης σε κάθε τόπο που ζωγράφιζε. Αυτό συμφωνεί με το υπέροχα εύστοχο που έχει γράψει ο Antonin Artaud για τον Βίνσεντ, ότι «αυτοκτονήθηκε» από την κοινωνία και αυτή η εκτίμηση για τον θάνατό του φαντάζει η πιο λογική. Με αυτή την εκδοχή συμφωνώ και εγώ απόλυτα για το -παραμένον- μυστηριώδες περιστατικό. Καταληκτικά να επισημανθεί πως οι περιστασιακές αναφορές του για τις αυτοκτονικές του σκέψεις, αλλά πάντα με αρκετή δόση χιούμορ, δεν δείχνουν -ας μου επιτραπεί να συμπεράνω, έναν άνθρωπο που έχει φτάσει στο μη περαιτέρω.

«Κάθε μέρα λαμβάνω το φάρμακο που ο ασύγκριτος Dickens συνταγογραφεί κατά της αυτοκτονίας. Αποτελείται από ένα ποτήρι κρασί, ένα κομμάτι ψωμί και τυρί και μια γεμάτη (καπνό) πίπα», έγραψε στην αδελφή του Wil σε επιστολή από 28 Απριλίου έως 2 Μαΐου 1889.

Το τελευταίο έργο

Αν και ο πίνακας ‘σιταροχώραφα με κοράκια’ θεωρείται από πολλούς σαν ο τελευταίος πίνακας του Van Gogh οι ‘ρίζες δέντρου’ (Tree Roots) είναι το έργο που ζωγράφιζε αυτό το πρωί της 27ης Ιουλίου, λίγες ώρες πριν προσπαθήσει να αυτοκτονήσει. Είναι ο τελευταίος πίνακας που έκανε.

Tree Roots
το τελευταίο έργο

Πράγματι, με πολλούς τρόπους, το Tree Roots είναι μια εξαιρετική εικόνα: μια καινοτόμος «γενική» σύνθεση χωρίς ένα ενιαίο σημείο εστίασης. Αναμφίβολα προβλέπει τις μεταγενέστερες εξελίξεις της σύγχρονης τέχνης, όπως η αφαίρεση. Ωστόσο, ταυτόχρονα, είναι αδύνατο να μην βλέπουμε το έργο σαν πρωθύστερο σχήμα – μέσα από το πρίσμα της γνώσης μας ότι, λίγο αργότερα, ο Βαν Γκογκ προσπάθησε να αυτοκτονήσει. Τι μας λέει για την κατάσταση του νου; «Είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι κάποιος που ζωγράφισε αυτό το πρωί θα αφαιρέσει τη δική του ζωή στο τέλος της ημέρας. Σε καμία περίπτωση δεν είναι ένας πίνακας που δημιουργήθηκε από ένα τρελό μυαλό, ήξερε πολύ καλά τι έκανε». λέει η επιμελήτρια Nienke Bakker, υπεύθυνη για τη συλλογή έργων ζωγραφικής στο Μουσείο Βαν Γκογκ.

© periopton.com

έρευνα-κείμενο: Κάππα Λάμδα

με στοιχεία από το βιβλίο «Van Gogh: The Life»
των Steven Naifeh και Gregory Smith
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: