για ένα καλοκαιρινό απόγευμα…

το εκδοτήριο εισιτηρίων του θερινού κινηματοθεάτρου ΑΘΗΝΑ στην Ερμούπολη λίγο πριν την οριστική εξαφάνισή του,

(από τη σειρά «χώροι αναμονής και εκδοτήρια εισιτηρίων» © Κ. Λ.)

the ticket office of the summer movie theater ATHINA in Ermoupolis just before its final removal.

(from the series “waiting areas and ticket offices” © C. L.)

Σ’αυτόν τον χώρο, κατά την διάρκεια μιας απογευματινής παράστασης -σχεδόν με ήλιο!-, είχα ακούσει ζωντανά τον Μάρκο Βαμβακάρη να τραγουδάει την ‘Φραγκοσυριανή’. Συμμετείχε σ’ένα περιοδεύον θεατρικό σχήμα, σε μια παράσταση αντάξια της φήμης περί ποιότητας που συνόδευε τα μπουλούκια, όπου -μεταξύ των άλλων- ήταν διάχυτη και εμφανής η βαριεστιμάρα, μετατρέποντάς την ολοκλήρωση της παράστασης τόσο για τους ηθοποιούς όσο και για το κοινό, σ’ ένα είδος οδυνηρής άσκησης. Μεταξύ μας, τον μόνο ηθοποιό που θυμάμαι από τον θίασο είναι ο Φραγκίσκος Μανέλλης.

Ο Μάρκος λοιπόν βγήκε σε ένα ιντερμέδιο, μεταξύ των πράξεων, με το μπουζούκι του και άρχισε να τραγουδάει· αυτό εν μέσω σχετικής φασαρίας γιατί οι περισσότεροι σηκώθηκαν και επισκέφθηκαν το κυλικείο, με έντονο το χαρακτηριστικό τρίξιμο που κάνουν τα παπούτσια πάνω στο -ψιλό- χαλίκι. Θυμάμαι πως οι στίχοι δεν μου είπαν πολλά, βλέπετε ήμουν ακόμα μόνιμος κάτοικος και τα τοπωνύμια δεν είχαν περιέλθει ακόμα στη δικαιοδοσία της νοσταλγίας. Λόγω δε ηλικίας δεν ήταν δυνατόν να κατανοήσω τη σφοδρότητα του έρωτα. Όμως η φωνή με ξανακάθισε στην καρέκλα. Αυτό το γρέζι ξεχώριζε από τις κελαρυστές και λυρικές φωνές που ήταν μόδα τότε και ακουγόντουσαν από τα ραδιόφωνα. Αυτή η φωνή έφερνε περισσότερο στις φωνές ξένων τραγουδιστών -ιδιαίτερα μπλούζμεν- που ακούγαμε τότε από τα 45αρια δισκάκια.

Έμεινα να ακούω -και να αποτυπώνω- αυτή την ιδιαίτερη φωνή από τη μοναχική φιγούρα, στα δυο-τρια τραγούδια που πρόλαβε να πεί, με το έντονο απογευματινό φως να απομυθοποιεί και να αποκαλύπτει το ευτελές των σκηνικών.

Γιατί γράφονται όλα αυτά; Για τον απλό λόγο ότι η φωτογραφία αποτελεί ένα θραύσμα βιογραφίας και μια προσπάθεια σύνταξης μιας προσωπικής και -πιθανόν- πεποιημένης μυθολογίας. (Κάππα Λάμδα)

 

It was in this area, during a matinee performance –almost by sunlight!- that I had heard Markos Vamvakaris singing ‘Fragkosyriani’ live. He took part in a traveling theatrical group, in a performance worthy of the notorious ‘quality’ that went along with those theatrical packs, in which –among other things- boredom was so diffuse and obvious that turned the climax of the performance for both the actors and the audience into a kind of an excruciating exercise. Just between you and me, the only actor that I remember is Fragkiskos Manellis.
Markos then went on stage at an interlude, between the acts, and started singing with his ‘bouzouki’; this happening in the midst of relative noise because most of the people stood up and paid a visit to the canteen, the most prominent noise of all being the typical squeaking of shoes on the – fine- gravel. I remember that the lyrics did not mean much to me, as I was still a local resident and place-names had not as yet reached the jurisdiction of nostalgia. It was highly unlikely to understand the intensity of love due to my young age. Nonetheless, it was the voice that put me back to my chair. The burring of his voice was different from the other gurgling and lyric voices that were ‘in fashion’ then and heard all over the radio. This voice was more like the voices of foreign singers –bluesmen in particular- that we listened to then on 45 rpm records.
I stayed there listening –and imprinting- this unique voice by the lonely figure, for the two-three songs that he had the time to say, with the harsh afternoon light demystifying and revealing the tacky sets.
What’s the point in writing all this? For the simple reason that a photograph may constitute a fragment of biography and an attempt to compile a personal and –possibly- a fabricated mythology.
(Kappa Lamda)

translated by Litsa Pappa

© periopton.com