Μία φωτογραφία που -φαινομενικά- απέτυχε…

…αλλά πέτυχε μια εξαίσια ισορροπία μεταξύ παρουσίας και απουσίας.

© αρχείο Κ. Λ.

Αρχές της δεκαετίας ’60, καλοκαίρι. Εγώ με τον πατέρα μου ανεβαίνουμε το «ανηφοράκι» στην Ερμούπολη, όταν οικογενειακός φίλος, περιστασιακός θηρευτής φωτογραφικών στιγμιοτύπων, πετάγεται από το παρακείμενο κατάστημά του και… πολλά μπορούν να ειπωθούν για την στιγμή που ένας κυνηγός έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με ό,τι θα μπορούσε να ήταν το θήραμά του. Η αυθόρμητη αντίδραση του πατέρα, ίσως κολακευμένου από την πρόταση ή (και) γοητευμένου από το μέσον, ήταν η χαλαρή πόζα και το χαμόγελο· η δική μου διαμετρικά αντίθετη (παρόλο που τον κρατούσα από το χέρι, δεν τον ακολούθησα), μια στροφή του αυχένα. Αυτή η γεμάτη ένταση κίνηση κατέληξε σε μια άψογη εφαρμογή της forma serpentinata (ένα νάζι θα λέγαμε αν θέλαμε να αποφύγουμε τον ακαδημαϊκό ορισμό). Σε τί εξαναγκάζεται τότε ο φωτογράφος; Μήπως να έρθει πιο κοντά, να απομακρυνθεί, να περπατήσει γύρω για να κατανοήσει, πριν αποτυπώσει τις μορφές, τις επιφάνειες και τις κινήσεις τους; Μήπως αυτή την κίνηση την εξέλαβε σαν νεύμα ότι το αποκαλυπτόμενο -δια μέσου- τοπίο είναι συχνά υπερβολικά μεγάλο για να το δεί κανείς από μια στενή οπτική γωνία; Ότι απαιτεί ευρύτερη προοπτική, διαφορετική οπτική γωνία, την απ΄ άκρου εις άκρον περιφερειακή όραση τα οποία εν συνόλω θα ενημερώσουν την αντίληψη για το μέγεθος και τα όρια; Τίποτα απ’όλα αυτά. Έπειτα από την προτροπή να κοιτάξω τον φακό, παραιτήθηκε και απελευθέρωσε το κλείστρο, συλλαμβάνοντας το ατελές και το τυχαίο, αναδιαμορφώνοντας μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, προσδίδοντας έτσι νέο νόημα.

Σε ενεστώτα χρόνο αντιλαμβάνομαι πόσο δελεαστικό ήταν αυτό το στρίψιμο του κεφαλιού, αποτελώντας μια ηδονοβλεπτική πτυχή της εμπειρίας, καθώς κάποιος μπορεί να φανταστεί την «αλήθεια» που έχει αποτύχει να συλλάβει ο φωτογραφικός φακός. Δεδομένου ότι ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύουμε τις υποστασιακές μας προσδοκίες και την αφετηρία της αλήθειας, μπορεί να έχει περιορισμένη σύνδεση με την «αλήθεια» και την «πραγματικότητα» όταν τις βλέπουμε από άλλες οπτικές γωνίες.

Τη ρευστότητα της πληροφορίας με την πάροδο του χρόνου, την αβεβαιότητα που έρχεται με την απουσία, την υποκειμενικότητα των ορίων και την απεριόριστη φύση της φαντασίας. Μέσω αυτής της απεριόριστης φαντασίας το παιδί είναι πιθανόν να έχει οικοδομήσει έναν κόσμο, όπου οι αποφάσεις και τα συμπεράσματα που αντλούνται είναι καθ’ολοκληρίαν δικά του. Ταυτόχρονα αποσταθεροποιείται η ιδέα του πορτραίτου και δίνεται έμφαση στην αστάθεια, την μετατόπιση και την επαναδιαπραγμάτευση της ταυτότητας από ό, τι ήταν εκείνη τη στιγμή που πάρθηκε η φωτογραφία. Πράγματι η παρατήρηση της φωτογραφίας αποτελεί μια υπενθύμιση της συνεχούς τάσης να προβάλουμε και να αντιλαμβανόμαστε διαφορετικές εκδοχές του εαυτού μας και των άλλων συνεχώς. Εκ φύσεως οι φωτογραφίες διαπραγματεύονται την αλήθεια και την προσποίηση, αυτό που βρίσκεται πέρα από το φαινομενικό. Αυτό αποκαλύπτει έναν ορίζοντα «ασώματων» πληροφοριών, αποτίοντας φόρο τιμής στον έντυπο λόγο και στις χειρόγραφες -ανακατευθυντικές- πληροφορίες που περιέχει και που εσείς διαβάσατε μόλις τώρα. (Κάππα Λάμδα)

«… κολάζ από αποσπάσματα, από πράγματα που έχουμε δει και αναγνώσματα που έχουμε ξεχάσει, από παιδικούς φόβους που επιστρέφουν και ενώνονται με τη νύχτα για να σχηματίσουν νησιά και μαύρες ηπείρους. Είναι προγραμματισμένη τυχαιότητα· τα πάντα είναι κίβδηλα». -Το «Νησί του Σημείου Νέμο», του Ζαν-Μαρί Μπλας ντε Ρομπλές

© periopton.com

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: