πέντε νέοι φωτογράφοι… +1

 

 

Στο πλαίσιο του 30ου Athens Photo Festival, έχουμε την άφιξη φωτογραφικών έργων στο κέντρο της Αθήνας μέσω διαδρομών απ’όλο τον κόσμο, που εν είδει δικτύων οπτικών αρτηριών με συνδετικό-κοινό στοιχείο τον τίτλο «Still Searching», τροφοδοτούν με δεδομένα σχετικά με τη φθορά του χρόνου, τα ίχνη των κατασκευών, τον επαναπροσδιορισμό των πόλεων από τις ανθρώπινες δραστηριότητές, δημιουργώντας έτσι μια νέα φαντασιακή χαρτογράφηση.

Ένα είδος γαλαξία από τα διάφορα μορφότυπα, που κυμαίνονται από αστερισμούς πολλών μικρών εικόνων μέχρι εντυπωσιακές εκτυπώσεις ταπετσαρίας και τα οποία τοποθετημένα στους τοίχους των χώρων της έκθεσης, αποκαλύπτουν το αθέατο της καθημερινής ζωής, το ενδιάμεσο, την μετάλλαξη του χώρου από την διόγκωση των πόλεων. Μια αναφορά σε λοξές αφηγήσεις για πολλαπλές τοποθεσίες, για χαοτικές, πυκνοκατοικημένες, νικηφόρες, τρόπον τινά, πόλεις, των οποίων οι κάτοικοι περιβεβλημένοι συχνά τοπικών ενδυμασιών λαμπρών χρωμάτων, διεκδικούν όσο χώρο μπορούν και κατασκευές με ξεφτισμένα χρώματα εμφανίζονται γύρω από πλοκάμια αδιαμόρφωτων δρόμων, με όρια την μετακίνηση, την επίσπευση και την περιπλάνηση.

Περιπλανώμενοι λοιπόν πέντε νέοι φωτογράφοι +1 (ανάμεσα σε πολλούς ταλαντούχους δημιουργούς), όλοι με κοινό χαρακτηριστικό τη φοίτησή τους στο τμήμα Φωτογραφίας, αναζητούν και δια μέσου των στιλβωμένων στοιχείων του φακού μεγεθύνουν μια ιστορία ή μια ανεπιθύμητη αλήθεια… απομονώνουν, καταγράφουν και μας παραδίδουν μια συλλογή φωτογραφιών που εμπεριέχουν γενικά πλάνα αλλά και λεπτομερείς απόψεις, μια συλλογή από στιγμές όπου ο φωτογράφος φαίνεται να είναι σε διαρκή αναζήτηση των ιχνών. Βλέπετε αν και βαδίζουν στα χνάρια κάποιων άλλων (και πώς θα μπορούσε, άλλωστε, να συμβαίνει το αντίθετο μια και μιλάμε για τέχνη;) προσπαθούν ν’αφήσουν τα δικά τους αποτυπώματα.

Καθώς όμως το νεαρό της ηλικίας αθροίζει τα εγγενή γνωρίσματα της αισιοδοξίας, της ορμής μα και της ανυπομονησίας, απαιτείται να αναλάβει κάποιος αποστασιοποιημένος από την δημιουργική ένταση, στην προκειμένη περίπτωση ο επιμελητής, προκειμένου να αξιολογήσει, να επιλέξει, αλλά επίσης να ανακατευθύνει για να παραμείνει η φωτογραφία μια δημοφιλής μορφή τέχνης, μια «εύληπτη τέχνη» όπως την περιέγραψε ο Pierre Bourdieu σχεδόν 50 χρόνια πριν και όχι να είναι τόσο παντού και πουθενά, υποβαθμισμένη στην κατάσταση ενός εκλαϊκευτικού στιγμιότυπου μιάς εικόνας. Αυτό τον διακριτό ρόλο ανέλαβε αυτή τη φορά η Νατάσσα Μαρκίδου, επίκουρος καθηγήτρια του τμήματος Φωτογραφίας, η οποία ανταποκρινόμενη στις ανάγκες και τις ανησυχίες που δημιουργούνται, απαίτησε, διαφοροποίησε, αμφισβήτησε και τέλος οριοθέτησε ένα πλαίσιο ερμηνείας και σκέψης.

Συμπερασματικά, είτε καθυστερημένες, είτε περιορισμένες, είτε απροσδιόριστες, αυτές οι εικόνες ακόμα και αν είναι προϊόν μιας οραματικής ή εγκεφαλικής δημιουργίας, σχηματοποιούν ικανοποιητικά ένα πρόσχημα με το οποίο παρασύρουν σ’ένα ταξίδι αναζήτησης, μια πλοήγηση σε πολύπλοκες ιστορίες, που συνδέεται με το πεπερασμένο της επικοινωνίας και ενδεχομένως του χρόνου. (Κάππα Λάμδα)

οι πέντε νέοι φωτογράφοι

Γεωργία Μπάντιου
‘Humans in nature’

Στη σειρά Humans in nature παρουσιάζονται σκηνοθετημένα πορτραίτα νέων ανθρώπων οι οποίοι είναι όλοι κάτοικοι της Αθήνας, ζουν στους γρήγορους ρυθμούς και στο άγχος που δημιουργεί μια μεγάλη πόλη. Θέλησα να προτείνω μια δυνατότητα διαφυγής από αυτή τη κατάσταση και να κατευθυνθώ προς ένα τοπίο φυσικό όπως είναι το πάρκο που εμπεριέχει  την εικόνα τέτοιου τοπίου το οποίο βρίσκεται μέσα στη πόλη. Το ανθρώπινο στοιχείο εντάσσεται στη φύση, αγκαλιάζεται από αυτήν μέσα από την πυκνή βλάστηση. Η άκαμπτη στάση του σώματος μπορεί να παρομοιαστεί ως ένας κορμός δέντρου θέλοντας να δείξω ότι ο άνθρωπος ακόμα και ζώντας στη πόλη μπορεί να εναρμονιστεί με τη φύση εφόσον αποτελεί ουσιαστικά μέρος της.

The series “Humans in nature” presents portraits of Athenians under directed instructions. The inhabitants of the city live in fast rhythms and they survive the constant stress which is caused by the city’s way of life. In this collection, I suggested a possibility to escape of this reality and direct to a more natural landscape, i.e. a park, which is located in the middle of the city. The human element is included in nature, and surrounded by herbage. The rigid posture of the body may be compared with a stem of a tree that way I want to indicate that even living in a city may harmonize with nature since is a part of it.

Ηλιάνα Μεϊντάνη
‘Land(e)scape’

Η φωτογραφική σειρά«Land(e)scape» αποτελεί μια αναφορά στο ύφος και την αισθητική της τοπιογραφίας του κινήματος του ρομαντισμού όπου κυριαρχεί μια σχέση δυνατής έλξης προς τη φύση. Τα ελληνικά τοπία που επελέγησαν σε αυτή την ενότητα διακρίνονται για τη στατικότητα και την ηρεμία τους, κατέχοντας ωστόσο μια μυστηριώδης δύναμη που αναμιγνύει τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Σημαντικό ρόλο στις εικόνες κατέχει η ανθρώπινη φιγούρα που περιπλανάται στο τοπίο και αναλαμβάνει το ρόλο ενός σιωπηλού, αινιγματικού παρατηρητή όπου τα τοπία μοιάζουν περισσότερο με «ακτινογραφία» των διαθέσεων του. Όπως στην ρομαντική ζωγραφική, το τοπίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως καθρέφτης της κατάστασης του νου.  Απώτερος σκοπός της τοποθέτησης του ανθρώπου μέσα στο τοπίο είναι η ταύτιση του θεατή με αυτόν, η συναισθηματική σύνδεση της διάθεσης του παρατηρητή με τον θεατή, ένας φωτογραφικός σχολιασμός πάνω σε όλα τα τοπία της φαντασίας και του μυαλού μας, παροτρύνοντας τους θεατές να ταξιδέψουν εκτός από κυριολεκτικά και μεταφορικά.

The photographic series entitled «Land(e)scape» consists of images influenced by the style and aesthetics of the landscape paintings of the romantic movement, where the power of attraction towards nature is dominant. The Greek landscapes selected in this section can be distinguished by their static and calm nature, possessing a mysterious force that blends the boundaries between reality and fantasy. An important role in the images is played by the figure who wanders into the landscape and takes on the role of a silent, enigmatic observer while the landscapes are more like an «x-ray» of his moods. As in romantic paintings, the landscape could be described as a mirror of the state of mind. The ultimate goal of placing the figure in the landscape is to identify the viewer with him, the emotional connection of the observer’s mood with the viewer, a photographic commentary above all the landscapes of our imagination and mind, encouraging viewers to travel except literally and metaphorically.

Χριστίνα Κουγιουμτσίδου
‘Sunless Days’

Το γεωργιανό αυτοπορτραίτο καταδιώκεται από Σοβιετικά απομεινάρια. Η σύγχυση του λαού μπορεί να περιγραφεί ως ένα συναίσθημα που βρίσκεται μεταξύ δύο τάξεων, δύο χρόνων, δύο συστημάτων (σοβιετικό/μετασοβιετικό). Κατά τη διάρκεια όλων των πολιτικών αλλαγών τα τελευταία 25 χρόνια ,υπάρχουν μέρη κι άνθρωποι που έχουν ξεχαστεί από την κυβέρνηση είτε έχουν μετατραπεί σε αυτο-έγκλειστα τοπία και προσωπικότητες ώστε να επιβιώσουν μια είδους μετά σοβιετικής κατάθλιψης. Η καθημερινή αναμέτρηση της τοπικής κουλτούρας με αυτή της παγκόσμιας οικονομίας καθώς και την αδυναμία των παλαιότερων γενιών να αποδεχτούν την κατάρρευση του σοβιετικού καθεστώτος αλλά και την αγωνία των νεότερων για την απόκτηση μιας αυθεντικής εθνικής ταυτότητας που θα έχει αποποιηθεί κάθε σοβιετικό κατάλοιπο συνδυάζοντας τα γεωργιανά ήθη κι έθιμα με εκείνα της Ευρώπης, είναι γεγονός.

The Georgian self-portrait is still haunted by the Soviet remains. The discomposure that the people of Georgia are living can be translated as a feeling that is between, between two classes (rich/poor), two times (past/future) ,between two systems(Soviet/post-Soviet). During all the political transformations the last 25 years, there are places and people that are left behind either because they are forgotten by the government or voluntary became self-defined enclosures, surviving in a sort of post-soviet depression.
The daily clash of the local culture with the global economy, while the soviet generation denies to accept the collapse of Soviet Union and the present and future generation is trying to find its own identity that will waive every soviet remain combining the Georgian ethics and traditions with the European one, has become reality.

Κωνσταντίνος Τούντας
‘Dark Plants’

Στο φως της ημέρας υπάρχουν. Συνήθως, με μια πρώτη ματιά δεν φαίνονται, γίνονται ένα με το περιβάλλον τριγύρω. Κι όμως πασχίζουν να ξεχωρίσουν. Φόρμες ιδιαίτερες, χρώματα ζωντανά, σε καλούν να πας πιο κοντά. Κάποια μικρά, αναπτυσσόμενα, κάποια μεγάλα και δυνατά, άλλα άρρωστα, σχεδόν νεκρά, αν μη τι άλλο όλα τους επιβλητικά και μοναδικά. Αρκεί να δεις… Και όταν φύγει το φως; Η μνήμη κάποιες φορές ξεγελά. Στο σκοτάδι δεν υπάρχουν πλέον τα χρώματα, οι φόρμες, τα φυτά. Τώρα όλα σχεδόν γίνονται ένα. Η φωτογραφική μηχανή γίνεται μέσο αναζήτησης και το φλας αποδεικνύεται αποκαλυπτικό. Γι’ αυτό το ένα εξηκοστό του δευτερολέπτου ξανά-υπάρχουν, σπάνε το απόλυτο μαύρο και εμφανίζονται μοναχικοί πρωταγωνιστές με μια ιδιαίτερη ομορφιά, έως ότου χαθούν και πάλι στην ησυχία της νύχτας…

In the daylight they exist. Usually at first glance they do not appear, they become equal with the environment around. Still they’re struggling to stand out. Unique forms, vivid colours, they call you to go closer. Some of them are small, growing, some are big and strong, others are sick, almost dead, not least all of them are impressive and unique. You just have to see… And when the light is gone? Memory can trick you sometimes. In the dark, colours do not exist anymore, neither forms, neither the plants. Now almost everything becomes one. The camera becomes a medium of exploration and the flash proves revealing. For this sixtieth of a second they re-exist, break the absolute black and they appear lonely protagonists with unique beauty, until lost again in the silence of night…

Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson
A Repeat?

Στην παρούσα σειρά από πορτραίτα, γίνεται χρήση του φωτογραφικού κάδρου που αναλαμβάνει ρόλο παρόμοιο με εκείνον του πίνακα ζωγραφικής. Αναπαράγονται σημαντικοί πίνακες του Johannes Vermeer με την διαφορά ότι στην κάθε σύνθεση έχει προστεθεί ένα σύγχρονο αντικείμενο. Στόχος είναι να δείξει ότι μια φωτογραφία μπορεί να έχει νοηματικά ίση βαρύτητα με έναν πίνακα ζωγραφικής, παρουσιάζοντας την συνύπαρξη δύο αιώνων: του 17ου και του 21ου. Ο συνδυασμός ξεχωρίζει για τον ρόλο της σκηνοθεσίας που εισάγεται σε αυτή τη σχέση φωτογραφίας και ζωγραφικής. Ο ζωγράφος δούλευε σε στούντιο με camera obscura που είχε τις διαστάσεις μικρού δωματίου και ο ρόλος του ήταν όμοιος με εκείνον του φωτογραφικού φιλμ. Με τη βοήθεια ενός καθρέφτη αποτύπωνε το είδωλο της σύνθεσης στον τοίχο όπου ήταν αντίθετο και αντεστραμμένο. Τα πορτραίτα αυτά, είναι μία σύγχρονη πραγματικότητα σκηνοθετημένη με ψηφιακή κάμερα.
 
In this series of portraits I have reproduced five of Johannes Vermeer’s famous paintings, however, in each picture I have added a modern object of choice. Its main aim is to remind the viewer that they are contemporary observers and that a photograph can have as strong a meaning as a painting. It explores the coexistence of two different eras, the 17th century and today. It was based on the relationship of painting and photography over these periods and introduces the role of directed photography to this relationship. It is said that Vermeer worked in a studio with a room-sized camera obscura where he played the role similar to that of photographic film. This he achieved by painting using a mirror to trace what was projected on the wall through the lens, having been reverted and flipped. Today, I repeat the image using my digital camera instead.

και ο… +1

(συμμετέχει στο κυρίως πρόγραμμα)

Γιώργος Σαμιώτης
‘Modern Monuments’

Ο Μαραθώνας λόγω της θέσης, της πλούσιας ιστορίας και της φυσικής του ομορφιάς, έχει απωλέσει την ταυτότητά του ως αγροτική περιοχή και έχει μετατραπεί σταδιακά σε ένα ταχύτατα αναπτυσσόμενο τουριστικό και οικονομικό κέντρο.
Τα τελευταία χρόνια η ανάπτυξη της περιοχής, κυρίως λόγω της οικονομικής κρίσης, έχει διακοπεί. Ως αποτέλεσμα, τα σημάδια της άναρχης οικοδομικής δραστηριότητας χάνονται μέσα στη βλάστηση που τα καλύπτει. Τα ημιτελή κτίσματα στέκονται άχρονα, σαν μνημεία ενός περασμένου πολιτισμού, υπενθυμίζοντας την ανάγκη του ανθρώπου για μία σαφή και οργανωμένη δομή απέναντι στις χαοτικές φόρμες της φύσης, δύο αντίρροπες δυνάμεις που μάχονται για επικράτηση.
Στη φωτογραφική αυτή ενότητα γίνεται μία προσπάθεια μελέτης του πεδίου, όπου ο διάλογος μεταξύ της αστικοποίησης και του φυσικού τοπίου αποκτά ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, τόσο αισθητικά όσο και σημειολογικά.

Marathon due to its location, rich history and natural beauty, has lost its identity as a rural area and has gradually turned into a rapidly developing tourist and financial center.
In recent years the development of the region has been stopped, mainly due to the economic crisis. As a result the signs of unregulated building activity were lost in the vegetation that covers them. These constructions stand timeless, as monuments of a past civilization, recalling the human need for a clear and organized structure against the chaotic forms of the nature, two opposing forces which fighting for dominance.
In this photographic project I attempt to find the sites where this dialogue between urbanization and landscape acquires a particular interest, both aesthetically and semantically.

© periopton.com

επιμέλεια – κείμενο: Κάππα Λάμδα

 

 

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: