«Το υπερβατικό πρόσωπο της τέχνης είναι πάντα ένα είδος προσευχής».

«Η οπτική αντίληψη προηγείται των λέξεων. Το παιδί βλέπει και αναγνωρίζει πριν μπορέσει να μιλήσει.

Όμως η οπτική αντίληψη προηγείται των λέξεων και υπό μία άλλη έννοια. Η οπτική αντίληψη είναι εκείνη που καθορίζει τη θέση μας στον κόσμο που μας περιβάλλει· ερμηνεύουμε αυτόν τον κόσμο με λέξεις, αλλά οι λέξεις δεν μπορούν ποτέ να αναιρέσουν το γεγονός ότι περιβαλλόμαστε από αυτόν. Η σχέση μεταξύ του τι βλέπουμε και του τι γνωρίζουμε δεν είναι ποτέ σαφώς προσδιορισμένη.»

Ο John Berger κριτικός τέχνης και συγγραφέας, που πέθανε στις 2 Ιανουαρίου, είχε γράψει και πεί πολλά έξυπνα πράγματα, αλλά αυτό για το οποίο θα μείνει στη μνήμη πολλών, είναι το βιβλίο του ‘Η Εικόνα και το Βλέμμα'(Ways of Seeing), το οποίο επανακαθόρισε την εκτίμησή μας για τις εικαστικές τέχνες.

Όπως το έθεσε ο Berger, είμαστε οπτικά ζώα που βλέπουν πριν μάθουν να διαβάζουν και, ακόμη και ως ενήλικες, αποκτούμε τον βασικό προσανατολισμό μας στον κόσμο με τα μάτια μας, γεγονός που καθιστά τις εικόνες εξαιρετικά ισχυρές. Τα έργα τέχνης είναι απλώς εικόνες μεταξύ άλλων εικόνων. Είναι ένα νοσταλγικό ψέμα για να τις δούμε ως υψηλές πνευματικές δημιουργίες. Ένας πίνακας μιας γυμνής γυναίκας που έγινε από τον Τιτσιάνο πριν από 500 χρόνια αναφέρεται εξίσου έντονα στο σεξ και την εξουσία όσο ένα κομμάτι από τη σύγχρονη πορνογραφία ή από μια «σκανδαλιστική» αφίσα.

Η διαφημιστική βιομηχανία αποζητά και διεκδικεί την αύρα της «τέχνης» για τις απεικονίσεις της. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, δεδομένου ότι η ελαιογραφία ήταν ουσιαστικά, για ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας της, ένας τρόπος για την οπτική «κατοχή» γυναικών, αγαθών και γης. Το 1972, Berger έγραψε ότι είμαστε ελεύθεροι να δούμε τις εικόνες σε κολάζ που εμείς έχουμε κατασκευάσει. Σκεφτείτε ένα πίνακα ανακοινώσεων όπου μπορείτε να κολλήσετε τις δικές σας αγαπημένες φωτογραφίες, όλων των ειδών, από φωτογραφίες περιοδικών μέχρι καρτ-ποστάλ από διάσημα έργα ζωγραφικής. Το αποτέλεσμα, είναι ο δικό σας κόσμος της εικόνας, στον οποίο μπορείτε να βρείτε τα δικά σας νοήματα. Μια προσφερόμενη ουτοπική δυνατότητα. Ή έχοντας σαν πηγή έμπνευσης τα εμπνευσμένα λόγια του Berger: «Για πρώτη φορά, οι εικόνες της τέχνης έχουν γίνει εφήμερες, πανταχού παρούσες, επουσιώδεις, διαθέσιμες, χωρίς αξία, δωρεάν. Μας περιβάλλουν με τον ίδιο τρόπο όπως και η γλώσσα μας περιβάλλει

… Αν η νέα γλώσσα των εικόνων χρησιμοποιηθεί διαφορετικά, θα παρέχει, μέσα από τη χρήση της, μια νέα δυναμική. Μέσα σε αυτό θα μπορούσαμε να αρχίσουμε να καθορίζουμε τις δικές μας εμπειρίες με μεγαλύτερη ακρίβεια σε περιοχές όπου οι λέξεις είναι ανεπαρκείς. (το βλέπω προηγείται των λέξεων.)»

Το βλέπω έρχεται λοιπόν πριν από τις λέξεις – αλλά και μετά από αυτές. Όταν έχετε χάσει τη δύναμη να μιλήσετε, όταν η συνείδηση εξασθενεί, θα εξακολουθούν να υπάρχουν πρόσωπα γύρω από το κρεβάτι. Όπως στο θάνατο ενός προσώπου, έτσι και στην αποσύνθεση μιας κοινωνίας. Το πιό διεγερτικό πράγμα σχετικά με το ‘Η Εικόνα και το Βλέμμα’ είναι η αισιοδοξία του Berger σχετικά με την εποχή των μαζικά αναπαραγόμενων εικόνων, το οποίο, το 1972, σήμαινε εικόνες στις εφημερίδες και τα περιοδικά, στις διαφημιστικές πινακίδες και την τηλεόραση. Σήμερα, φυσικά, αυτό σημαίνει, επίσης, στο Facebook, Instagram και στο διαδίκτυο γενικότερα. Όσο δε για τις καρτ-ποστάλ με ζωγραφικά έργα, σήμερα είναι πιο πιθανό να αποτυπώσετε με το κινητό σας ένα αριστούργημα τέχνης μέσα σε μια γκαλερί. Ο εκδημοκρατισμός της εικόνας που ο Berger καλωσόρισε κατά την εποχή που ο David Hockney ζωγράφιζε Α Bigger Splash, έχει γίνει ένας πολύ μεγαλύτερος και εκκωφαντικότερος παφλασμός. Αυτό είχε κάποιες συνέπειες τις οποίες ο Berger ποτέ δεν είχε μαντέψει. Η υψηλή τέχνη, την οποία είδε ως απρόσιτο, αριστοκρατικό προνόμιο εξωραϊσμένο από τον αρχι-εχθρό του λόρδο Kenneth Clark, είναι απείρως πιο προσιτή από ό,τι αναμενόταν. Στο ‘Η Εικόνα και το Βλέμμα’ παραθέτει μια σειρά από στατιστικά στοιχεία, για να δείξει ότι μόνο οι με πανεπιστημιακή μόρφωση αστοί επισκέφθηκαν για κάποιο λόγο μουσεία τέχνης: αυτά τα δυσοίωνα αριθμητικά στοιχεία του 1970 φαίνονται τώρα απαρχαιωμένα. Ένας από τους λόγους για τους οποίους η τέχνη έχει γίνει τόσο δημοφιλής είναι ότι οι καλλιτέχνες έχουν διδαχθεί το μάθημα του ‘Η Εικόνα και το Βλέμμα’. Για μια γενιά, το βιβλίο αυτό ήταν εκ των ων ουκ άνευ κατά τη φοιτητική περίοδο. Δεν μπορεί να είναι τυχαίο το γεγονός ότι καλλιτέχνες όπως ο Damien Hirst, Douglas Gordon και Jeremy Deller ανέμιξαν την τέχνη και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης σε μια «νέα γλώσσα των εικόνων». Σήμερα, το κοινό για κάθε είδους τέχνη, παραδοσιακή και σύγχρονη, είναι τόσο ευρύ όσο απεριόριστη είναι και η όρεξή μας μας για τις εικόνες.

Ωστόσο, δεν είναι μια ουτοπία. Αν η γλώσσα των εικόνων του 21ου αιώνα σημαίνει ότι ποτέ άλλοτε η τέχνη δεν έχει αγαπηθεί τόσο πολύ, αυτό σημαίνει επίσης ότι οι κενές περιεχομένου, δόλιες, ψευδώς σαγηνευτικές, κατάφωρα χειραγωγικές εικόνες δεν έχουν ποτέ βομβαρδίσει το ημι-συνειδητό μυαλό μας τόσο ξεδιάντροπα. Ο δημοκρατικός οπτικός πολιτισμός που ο Berger, ή -ειδικά για το θέμα αυτό- ο Andy Warhol, επαίνεσε, οδήγησε σε κάτι πολύ πιο τρελό, καθολικά επιδραστικό και βίαια παράλογο. Είναι δύσκολο να είναι κανείς αισιόδοξος για τον σύγχρονο πολιτισμό στο ξημέρωμα της εποχής του Trump ή να ενθουσιάζεται χαιρέκακα για την ισοπεδωτική δύναμη των selfie .. Ή μήπως είναι; Τι θα μπορούσε να κάνει ο Berger για ορισμένες από τις εικόνες που καθορίζουν την εποχή μας; Μπορεί ακόμα να παρέχει νέους τρόπους για να τις βλέπουμε;

επιμέλεια-μετάφραση: Κάππα Λάμδα

Nota bene

περιλαμβάνεται απόσπασμα άρθρου
του Jonathan Jones
στη δικτυακή ‘theGuardian’

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: