απώλειες

Το 2016 αποδείχτηκε τρομακτικά ανθρωποβόρο. Ιδιαίτερα όσον αφορά τον καλλιτεχνικό κόσμο. Ο ψηλόλιγνος άντρας με τα μαύρα κάνει πάρτυ. Οργιαστικό. Μεταξύ αυτών που -δυστυχώς- χόρεψαν μαζί του μέσα στο καλοκαίρι,ευτυχώς πλήρεις ημερών, ήταν και οι φωτογράφοι Bill Cunningham και Fan Ho.

Fan Ho

Ήταν από τους κορυφαίους της κινεζικής φωτογραφίας και ο φωτογράφος με την μεγαλύτερη επιρροή στην Ασία. Ο Fan Ηο πέθανε στις 19 Ιουνίου στο Σαν Χοσέ της Καλιφόρνια, σε ηλικία 84 χρόνων. Ο αυτοδίδακτος φωτογράφος που ξεκίνησε 13 ετών με μία διοπτική Rolleiflex, είναι περισσότερο γνωστός για τις ασπρόμαυρες, και με εξαιρετικά γραφιστικά στοιχεία, φωτογραφίες του. Από τα 20 του χρόνια, για παράδειγμα, απαθανατίζει το Χονγκ Κονγκ της δεκαετίας 1950-1960 πριν από μετατροπή του σε μία μεγάλη μητρόπολη. Χάρη στην καταγραφή των ιδιόρρυθμων παιχνιδιών του φωτός, ο Fan Ho έχει κερδίσει σε όλη τη σταδιοδρομία του, σχεδόν 300 βραβεία. Υπήρξε επίσης ένα αναγνωρισμένο ταλέντο στη σκηνοθεσία και την ηθοποιία.

Ο Ho βλέπει τον εαυτό του ως παρατηρητή και flâneur, μερικές φορές περιμένοντας για ώρες αλλά και επιστρέφοντας πίσω στο ίδιο μέρος επί μήνες για εκείνη την μια τέλεια φωτογραφία. Γνωστός για την αξιοσημείωτη ευχέρεια χειρισμού του φωτός των σκιών, και των σχημάτων, ο Ho καταφέρνει να εμποτίσει τις φωτογραφίες του με μια αίσθηση ρομαντισμού και μυστηρίου, είτε αυτές είναι τραβηγμένες σε μια πολυσύχναστη αγορά είτε σε κάποια ήσυχα δρομάκια. Οι φωτογραφίες του απεικονίζουν τόσο τις κακουχίες όσο και το πνεύμα επιβίωσης του Χονγκ Κονγκ, στοιχείο που χαρακτηρίζει αυτή την πόλη για πολλές γενιές.

Bill Cunningham

Μια απουσία που θλίβει όλη τη Νέα Υόρκη! Ο Bill Cunningham, ο άρχοντας του στυλ του δρόμου πέθανε στις 25 Ιουνίου σε ηλικία 87 χρόνων.

Τρομερά παθιασμένος με την πόλη, ακολουθούσε με το ποδήλατό του τον ρυθμό της, ντυμένος στα μπλε, και εντοπίζοντας τις πιο εντυπωσιακές εμφανίσεις για το New York Times για περισσότερα από σαράντα χρόνια.

Μη εντυπωσιακός σωματικά με μία καθαρά χρηστική αμφίεση, κωμικά λιτή σε σχέση με αυτές που φωτογράφιζε, και έχοντας υιοθετήσει ένα λιτό τρόπο ζωής, ο Cunningham αποτελούσε έναν ακόμα αξιοπρόσεκτο χαρακτήρα όπως και οι φωτογραφιζόμενες περσόνες. Αν και οι φωτογραφίες του δεν διεκδικούν κάποια θέση στην κορυφή της αισθητικής ή της τεχνικής κατάταξης, περιορίζονται ως επί το πλείστον σε μια φωτογραφική καταγραφή, ας σημειωθεί ότι στα σχεδόν 40 χρόνια που εργαζόταν για το περιοδικό The Times, ο Cunningham λειτουργούσε τόσο ως ένας ειδικός χρονικογράφος της μόδας και ως άτυπος πολιτιστικός ανθρωπολόγος. Αυτός που φωτογράφιζε τις μεταβαλλόμενες ενδυματολογικές συνήθειες του κόσμου, για να χαρτογραφήσει την ευρύτερη στροφή μακριά από τις τυπικότητες προς κάτι πιο διάχυτο και εξατομικευμένο.

Κατά τη διαδικασία αυτή, μετατράπηκε και ο ίδιος σε ένα είδος διασημότητας. Γεγονός το οποίο τον απωθούσε γιατί ήθελε να βρίσκει τα θέματα, δεν ήθελε να είναι το θέμα. Ήθελε να παρατηρεί, αντί να παρατηρείται. Ασκητισμός ήταν το σήμα κατατεθέν του. Δεν πήγαινε στον κινηματογράφο. Δεν διέθετε τηλεόραση. Έζησε μέχρι το 2010 σε ένα μικρό δωμάτιο πάνω από το Carnegie Hall, ανάμεσα σε σειρές από αρχειοθήκες, όπου φυλάσσονταν όλα τα αρνητικά του. Κοιμόταν σε ένα μικρό κρεβάτι, πλενόταν σε ένα κοινόχρηστο μπάνιο και, όταν ρωτήθηκε γιατί πέρασε χρόνια σκίζοντας επιταγές από περιοδικά όπως το Details, δήλωσε: «Το χρήμα είναι το φθηνότερο πράγμα. Η ελευθερία και η ανεξαρτησία είναι το πιο ακριβό.»

Το 2009, ονομάστηκε ζων ορόσημο από το New York Landmarks Conservancy και το περιοδικό The New Yorker τον σκιαγραφεί σ’ένα άρθρο του, το οποίο περιγράφει τις στήλες του ‘On the Street’ και ‘Evening Hours’, ως ανεπίσημες επετηρίδες της πόλης, «ένα πληθωρικό, μερικές φορές με αναδρομική ισχύ ενοχλητικό χρονικό του τρόπου με τον οποίο κοιτάζουμε. «

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

σαν επίλογο δημοσιεύω το Jukebox Babe του επίσης χαμένου αυτό το καλοκαίρι Alan Vega

τα μινιμαλιστικά τραγούδια του οποίου αξίζει ν’ακούσετε

© periopton.com

επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: