ένα κείμενο του Δρ. Φώτη Καγγελάρη

 

Η ΥΠΑΡΞΗ ΩΣ ΤΡΑΥΜΑ

Εισήγηση- συζήτηση του Φώτη Καγγελάρη ( Διδάκτορα Ψυχοπαθολογίας Univ. de Paris, Συγγραφέα) μετά την παράσταση «Αυγά μαύρα» στο Θέατρο ‘Θεατρική σκηνή’ την Παρασκευή 1η Απριλίου 2016

σημείωση:

Το κείμενο -για τα διαδικτυακά δεδομένα- μοιάζει εξαιρετικά σχοινοτενές στην ανάπτυξή του, αλλά δεν θα μπορούσε να απαλειφθεί οτιδήποτε για την μείωση της έκτασής του, χωρίς να αλλοιωθεί η δομή και το νόημά του.

από τη σειρά ενδοχώρα © K.Λαγός 2015
από τη σειρά ενδοχώρα © K.Λαγός 2015

Η ιστορία που παρακολουθήσαμε μιλάει για την αξεπέραστη ψυχολογική κατάσταση δύο αδελφιών που έζησαν τον εμφύλιο. Αυτή την αξεπέραστη ψυχολογική κατάσταση την ονομάζουμε στην ψυχοπαθολογία «μετατραυματική διαταραχή». Θα την δείτε στο εγχειρίδιο DSM της ψυχιατρικής ως PTSD.

Το τραύμα μπορεί να προκληθεί από ανθρώπινη παρέμβαση ή φυσική καταστροφή είτε σε ατομικό επίπεδο (απαγωγές, βιασμός, βασανιστήρια) είτε σε ομαδικό όπως οι πόλεμοι, μεταλλωρύχοι της Χιλής, τσουνάμι, σεισμός, κ.λπ. Ατομικό επίπεδο δεν σημαίνει μόνο επί του ίδιου του πάσχοντα αλλά επίσης επί ενός άλλου που την στιγμή της καταστροφής ήταν δίπλα στον διασωθέντα ή ήταν μάρτυρας της βίας όπως συμβαίνει στα παιδιά «όταν ο μπαμπάς σκοτώνει τη μαμά».

Οι πρώτες παρατηρήσεις για το τραύμα εκκινούν με τον Ηρόδοτο όταν περιγράφει την μάχη του Μαραθώνα και τα φαντάσματα του Επίζηλου ο οποίος έβλεπε μπροστά του αυτούς που είχε σκοτώσει. Ωστόσο, η πρώτη συστηματική καταγραφή γίνεται στους στρατιώτες του Α’ πολέμου είτε στο πεδίο της μάχης είτε κατά την επιστροφή τους. Έκτοτε, πολλές μελέτες έχουν περιγράψει και αναλύσει αυτό το σύνδρομο το οποίο θα εκδηλωθεί με ένταση στον Β’ πόλεμο αλλά και αργότερα στο Βιετνάμ, στον πόλεμο του Κόλπου, κ.λπ. Σήμερα, ένα εκατομμύριο Αμερικανοί πάσχουν από το σύνδρομο αυτό.

Κατά την διάρκεια του Β’ πολέμου, το τραύμα εκτός από τις επιμέρους εκδηλώσεις του στον μάχιμο και τον άμαχο πληθυσμό, στιγμάτισε έναν ολόκληρο λαό, τον Εβραϊκό, με απόλυτη καταστροφή: «Σοά». Και θέλω στο σημείο αυτό να υπογραμμίσω ότι, το τραύμα που έζησε και ζει το εβραϊκό σώμα δεν αφορά μόνο τον εβραϊκό λαό. Η «Σοά» και η μετατραυματική διαταραχή είναι η πανανθρώπινη και παγκόσμια προσπάθεια του ανθρώπινου όντος να αντισταθεί και να διασωθεί από τις δυνάμεις του «κακού», κυρίως έναντι της «κοινοτοπίας του κακού», όπως το υπογράμμισε η Arrend. Το «κακό» δεν χρειάζεται να έχει μεγάλη και εμφανή μορφή. Έχουμε αναρωτηθεί γιατί, άραγε, ο δράκος που σκοτώνουν οι Άγιοι Γεώργιος και Δημήτριος είναι τόσο μικρός, κάποιες φορές σαν σκύλος; Να θυμόμαστε ότι το «κακό» μπορεί να αρχίσει με το δάγκωμα ενός φρούτου. Να θυμόμαστε τον Brecht: «μην περιμένουμε να χτυπήσουν την δική μας πόρτα, δεν θα υπάρχει κανείς για να φωνάξουμε βοήθεια».

Η Άννα Φρανκ και η δική μας Ροζίνα Άσερ Πάρδο που παρέμεινε κρυμμένη επί 548 ημέρες στην Θεσσαλονίκη μπορεί να είναι αυτές που στο τέλος σκοτώνουν το «κακό», αλλά χρειάζεται να αγρυπνούμε ιδιαίτερα αυτή την εποχή της ρευστότητας, της παγκόσμιας ανακατάταξης αλλά και της εκκόλαψης παλαιών φαινομένων με μορφή νέων.

Τότε εξοντώθηκαν επίσης 200.000 Ρομά, 20.000 Σίντι, όπως επίσης ψυχικά πάσχοντες, σωματικά υστερούντες, κομμουνιστές, γκέι και ότι μπορούμε να φανταστούμε που δεν ανταποκρινόταν στο πρότυπο της Άριας φυλής.

Στον δικό μας εμφύλιο, περίπου 12.000 παιδιά 3 έως 15 ετών μεταφέρονται στις γειτονικές χώρες. Απ’ την άλλη παράταξη 18.000 παιδιά περίπου μεταφέρονται στις λεγόμενες παιδουπόλεις. Ο εμφύλιος είναι το τραύμα της Ελλάδας όπως τέλεια εκπροσωπήθηκε στην παράσταση, από τον βίο των δύο αδελφών. Σαν τα δύο αδέλφια, η Ελλάδα ζει την μετατραυματική της διαταραχή όπου δεν μπορεί και δεν θέλει να ξεχάσει.

Τι είναι όμως, το τραύμα;

Ήδη ο Freud από το 1920 αλλά και μέχρι το τέλος της ζωής του το 1938 προσπαθεί να αναλύσει την μετατραυματική διαταραχή. Λέει χαρακτηριστικά, ότι πρόκειται για ψυχική και σωματική εκφόρτιση από την οποία το υποκείμενο όμως ούτε μπορεί να απαλλαγεί αλλά ούτε και να την επεξεργαστεί. Πρόκειται, θα λέγαμε, για ένα μη μεταβολισμένο πένθος, ένα πένθος που δεν μας επιτρέπει να βγούμε από την απώλεια, που κάποιες φορές συνεχίζεται από γενιά σε γενιά, όπως μας το λέει η έκθεση που τρέχει αυτή τη στιγμή στο Εβραϊκό μουσείο στην Θεσσαλονίκη. Αλλά, και η ίδια η παράσταση που είδαμε αποτελεί αφ’ εαυτής ένα σύμπτωμα του μετατραυματικού στρες, ένα σύμπτωμα της Ελλάδας, μια πληγή που δεν έχει κλείσει ακόμα και μεταβολίζεται από γενιά σε γενιά. Τα «Μαύρα αυγά» είναι τα μαύρα ωάρια που θα μεταφέρουν το τραύμα στην επόμενη γενιά.

Το τραύμα των δύο αδελφών είναι το τραύμα της Ελλάδας.

Με την απώλεια, τι χάνουμε;

Χάνουμε αυτό που είμαστε και αυτό που έχουμε. Χάνουμε την υποκειμενικότητά μας, την ιστορικότητά μας, την έννοια του «εγώ» μέσω της απώλειας μιας σχέσης, ενός θανάτου, ενός μέλους του σώματός μας ή του λαού μας. Ουσιαστικά, χάνουμε την ταυτότητά μας.

Αυτή η απώλεια δεν επουλώνεται, εάν δεν θέλω να ζήσω χωρίς αυτήν ή δεν έχω λόγια για αυτό που μου έχει συμβεί, δεν μπορώ να το εντάξω μέσα στο συμβολικό πλαίσιο των νοημάτων. Στην πρώτη περίπτωση, δεν θέλω να ζήσω χωρίς την απώλεια, γιατί ζώντας την ψυχικά δεν κινδυνεύω να χάσω αυτό που έχω ήδη χάσει. Είναι ένα ισοδύναμο της κατάθλιψης. Η κατάθλιψη είναι ανθεκτική και αρνείται συχνά την βοήθεια, γιατί μας επιτρέπει να είμαστε με αυτό που έχουμε χάσει, χωρίς να κινδυνεύουμε να το χάσουμε. Ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις θα πρέπει να πούμε ότι ένα μέρος του «πράγματος», εννοώ της ψυχικής διεργασίας, δεν μπορεί να γίνει κατανοητό ως λέξη ή εικόνα, δηλαδή, να εισαχθεί στα νοήματα και στις σημασίες, στην ψυχική πραγματικότητα.

Η πραγματικότητα, η όραση, η ακοή είναι ζήτημα νοήματος, άρα λέξεων. Όταν, όμως, δεν έχω λέξεις για αυτό που έχει συμβεί, παραμένει ένα σημασιακό κενό που καταλαμβάνεται από το τραύμα που εισβάλλει ανεπεξέργαστο, δηλαδή, εκτός νοήματος, εκτός λέξεων. Είναι αυτό που λέμε με απλά λόγια: «δεν το χωράει ο νους του ανθρώπου» ή «δεν υπάρχουν λόγια για αυτό».

Να θυμίσω ότι η ετυμολογία της λέξης τραύμα έρχεται από το σανσκριτικό «tere» που σημαίνει διασχίζω, διατρυπώ εξ ου και τα παράγωγα τερηδόνα, τρωτός, τέρμα. Το τέρμα είναι η διάσχιση του ορίου. Στην περίπτωσή μας, της ανθρώπινης αντοχής.

Ας δούμε επί της παράστασης μερικά από τα χαρακτηριστικά που συγκροτούν το τραύμα.

Κατ’ αρχήν στο σκηνικό, υπάρχουν δύο οβίδες. Τι γυρεύουν δύο οβίδες στο σπίτι κάποιου που θέλει να ξεχάσει; Όμως, θέλουν να ξεχάσουν; «Πώς να ξεχάσω; Όλη μου τη ζωή ήμουν μεγάλη» λέει η Μαρία. Άρα, δεν κουβαλάει το τραύμα από ένα παιδικό παρελθόν αλλά από ένα διαρκές παρόν το οποίο την κρατάει καθηλωμένη στο παρελθόν. Οι χρόνοι εξισώνονται. Δεν ξεχνά, γιατί αυτό που της συμβαίνει, συμβαίνει τώρα. Σε κάποια στιγμή λένε: «Να κλάψουμε. Μόνο αυτό ταιριάζει». Όμως, δεν κλαίνε. Βρίσκονται σε ένα ατελείωτο πένθος το οποίο τους επιτρέπει μέσω του τραύματος να έχουν ταυτότητα, να υπάρχουν, ως την μόνη δυνατότητα ύπαρξης την οποία θέλουν, αλλά είναι αδύνατο να ξεχάσουν, γιατί τότε θα πάψουν να υπάρχουν. Υπάρχουν ως τραύματα.

Στην Μαρία φαίνεται ιδιαίτερα ότι στερείται πάσας υποκειμενικότητας. Δεν ξέρει καν ποια είναι. Το «μίλα μου για μένα» σημαίνει γέμισέ με ύπαρξη. Αλλά ύπαρξη από εκείνη που αναιρεί κάθε ύπαρξη εκτός εκείνη της μνήμης, εκείνης του τραύματος. Εδώ, καταλαβαίνουμε και την αντίσταση στα φάρμακα. Με τα φάρμακα θα κινδυνεύσει να γίνει καλά, δηλαδή, να χάσει αυτό που είναι, κινδυνεύει να χάσει το τραύμα, άρα, την ταυτότητά της. Θέλει να απαλλαγεί από το ψυχικό κόστος του τραύματος αλλά όχι από το τραύμα. Έτσι, και οι δύο έχουν μείνει μικροί ο καθένας με τον τρόπο του.

Καθένας με τον τρόπο του σημαίνει γύρω από το κεντρικό παρόν-απόν πρόσωπο που είναι ο πατέρας. Ο Σπύρος επικαλείται τον καλό πατέρα για να στήσει μέσα του μία πατρική φιγούρα που θα του επιτρέψει να ξεπεράσει αυτά που λέει η αδελφή του για τον πατέρα. Και η Μαρία, επικαλείται τον κακό πατέρα και τον καθιστά παρόντα μιλώντας αρνητικά γι’ αυτόν, σαν να εκβάλλει από μέσα της η οργή για να τοποθετηθούν τα καλά λόγια του Σπύρου. Όμως, πώς να εκβάλλει η οργή, ο θυμός αν είναι αυτό που της δίνει ταυτότητα; Οφείλει να μην συγχωρέσει, δηλαδή, να μην συν – χωρέσει στον ίδιο τόπο με τον πατέρα, να μην ξεχάσει, γιατί έτσι είναι που υπάρχει. Ο θυμός είναι το κάλεσμα της παρουσίας που έλλειψε.

Ο θυμός της Μαρίας μπορεί να είναι συνεχής και ανεξέλεγκτος επειδή βρίσκεται μέσα στον αυστηρό έλεγχο του ψυχαναγκασμού: καθαριότητα, τάξη στα έπιπλα, στο σώμα, αποφυγή του βρώμικου σεξ και εξ αυτών ασφάλεια, μείωση του άγχους που παραμένει ωστόσο σε υψηλά επίπεδα. Την βλέπουμε να καθαρίζει διαρκώς, προσπαθώντας, άραγε, κάτι να εκδιώξει (την σκόνη του παρελθόντος, το αίμα που δεν φεύγει όσο και να τρίβει) ή να διατηρήσει στίλβουσα την μνήμη των πραγμάτων και των γεγονότων; Θα μπορούσαμε εξάλλου να αναρωτηθούμε, αν τα πανιά στα έπιπλα είναι για την προφύλαξη του πατώματος είναι επίδεσμοι για την ίδια. Σε κάθε περίπτωση, παραμένει σταθερά εντός του οχυρού του ψυχαναγκασμού που της επιτρέπει αυτόν τον διαρκή θυμό, από τον οποίο αντλεί την μνήμη της, την υπαρκτότητα της, χωρίς να διαλύεται. Πόσο αυτό μας θυμίζει τον στίχο του Λορέντζου Μαβίλη: «Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε. Αν θέλεις να κλάψεις κλάψε τους ζωντανούς. Θέλουν, μα δεν μπορούν να λησμονήσουν». Ή, τον κοφτερό στίχο του Χριστιανόπουλου: «Δεν θέλω να πεθάνω. Δεν θέλω να γιατρευτώ. Θέλω, απλά, να ζω μες στην καταστροφή μου».

Έτσι, λοιπόν, και τα δύο αδέλφια υπερασπίζονται συμπληρωματικά την παρουσία-απουσία του πατέρα. Ο ένας ακούει από τον άλλον αυτό που δεν μπορεί ο ίδιος να πει, αλλά, ωστόσο, θέλει να ακούσει. Η πατρική φιγούρα απούσα αλλά παρούσα μέσω των λόγων, επιτρέπει και στους δύο την αποφυγή μίας χειρότερης καταστροφής, της λακανικής «διάκλεισης», της ψύχωσης.

Ωστόσο, δεν είναι μέσω του ψυχαναγκασμού που γλιτώνουν την ψύχωση αλλά, όσο και ν’ ακούγεται παράξενο, η άμυνα τους είναι το ίδιο το τραύμα. Το τραύμα τους δίνει τη δυνατότητα να είναι κάποιοι μέσω της επίκλησης του ονόματος του πατέρα, το οποίο όνομα με τεχνητό, ίσως, τρόπο στο Σπύρο, με οργισμένο τρόπο στη Μαρία γίνεται ισοδύναμο πραγματικότητας, τραυματικής μεν, πραγματικότητας, ωστόσο. Θα ακουστεί παράξενο, αλλά το τραύμα τους σώζει από την τρέλα, αφού ζώντας μέσα σ’ αυτό, οχυρώνονται έναντι της πλήρους διάλυσης. Αλίμονο στον ψυχαναλυτή που θα τους αναλάμβανε, ο οποίος, χωρίς τους κατάλληλους θεραπευτικούς χειρισμούς, στην προσπάθεια του να αποφορτίσει τη δυναμική του τραύματος, νομίζοντας ότι είναι το τραύμα αυτό επί του οποίου πρέπει να εστιάσει, θα έκανε να σκάσει στα χέρια του η χειροβομβίδα της ψύχωσης: τα δυο αδέλφια θα πήγαιναν ψυχιατρείο.

© Κ. Λαγός
© Κ. Λαγός

Αγαπητοί φίλοι

η ζωή είναι μια εκπαίδευση στους αποχαιρετισμούς, δηλαδή στην απώλεια, παρότι ο άνθρωπος θέλει να αισθάνεται ολόκληρος, ακέραιος και ει δυνατόν αθάνατος.

Η απώλεια είναι συνυφασμένη με την ανθρώπινη συνθήκη. Ήδη, ο O. Rank το 1924 μιλάει για το «Τραύμα της γέννησης» αντιμετωπίζοντας τη ζωή σαν ένα μετατραυματικό γεγονός. Πράγμα που σαν θεωρία συνεχίστηκε ως τις μέρες μας με την new age άποψη του Janov για τη «πρωτογενή κραυγή».

Κάθε μέρα χάνουμε, κάθε μέρα πενθούμε την εικόνα μας, το σώμα μας, μια ρυτίδα παραπάνω, τις διακοπές που πέρασαν, τη γιορτή που τελειώνει, τον αριθμό της ηλικίας. Ξέρετε, μπορεί η γιορτή των γενεθλίων να είναι περισσότερο μνημόσυνο παρά γιορτή. Η τελετή του μνημόσυνου έχει αυτόν ακριβώς τον σκοπό: να διαιωνίσει στη μνήμη την απώλεια, χωρίς η απώλεια να εισβάλει καταστροφικά με τη μορφή τραύματος.

Το τραύμα υπάρχει ούτως ή άλλως από τη στιγμή που δεχόμαστε την ανταλλαγή του παιδικού παράδεισου, έναντι της πραγματικότητας και των νοημάτων. Κάθε ικανοποίηση επιθυμίας είναι μια απέλπιδα προσπάθεια επανεύρεσης της πρωταρχικής αλλά άπιαστης πια σχέσης με τον παράδεισο των πρώιμων παιδικών χρόνων.

Και είναι επίσης το τραύμα που μετουσιώνεται σε τέχνη. Ο Freud λέει χαρακτηριστικά, ότι κάθε μορφή τέχνης είναι η ανασύσταση της αρχικής απώλειας της σχέσης με την μητέρα, όπου το άτομο αφορμάται από ένα σύγχρονο γεγονός, για ν’ αναπαραστήσει το τραύμα με συμβολικούς όρους, αν θέλετε καλλιτεχνικούς. Αλλά, παρότι υπάρχει αναπαράσταση μέσω της τέχνης, η δυναμική του τραύματος παραμένει εκτός. Πρόκειται για μια προσπάθεια αναπαράστασης του μη αναπαραστάσιμου.

Ο δε Lacan επισημαίνει, ακριβώς, ότι η τέχνη επιχειρεί μια ανασύσταση του κενού, δηλαδή την επούλωση του τραύματος, όπως προκύπτει από το «το στάδιο του καθρέφτη και τον συμβολικό ευνουχισμό από το σώμα της μητέρας. Ο Lacan λέει την εξαιρετική φράση: «Το βάζο είναι πλήρες στο βαθμό που παραμένει κενό».

Ο Barthes μιλάει στη φωτογραφία για το σημείο punctum, ένα σημείο ξένο προς την εικόνα της φωτογραφίας που τραυματίζει την όραση, αλλά πέριξ του οποίου οργανώνεται η εικόνα.

Έτσι, το μετατραυματικό στρες μπορεί να είναι η ίδια η δυνατότητα της ζωής, όπως συμβαίνει με τους Πρωτόπλαστους όταν εκδιώχνονται από τον παράδεισο.

Μπορεί να είναι η ίδια η δυνατότητα της φιλοσοφίας και της ιστορίας, όπως προκύπτει με το τραύμα που επιφέρει το «άρα» του Descartes.

Μήπως, ακριβώς, συμβαίνει έτσι και με τη ζωή μας, μήπως η ζωή είναι η αντίδραση στο επακόλουθο ενός τραύματος, σε κάτι που μας πονάει αλλά που η αντίδραση ως προς αυτό σημαίνει ζωή; Ποια να είναι άραγε η σημασία του «μη φύναι» που βάζει ο Σοφοκλής στο στόμα του Οιδίποδα;

Μήπως η «φυσιολογικότητα» του ανθρώπου δεν είναι παρά η αντίδραση στην υποβόσκουσα τρέλα του; Στον πρωταρχικό πυρήνα της τρέλας που είναι η φύση του ανθρώπου;

Σας ευχαριστώ

για την αναπαραγωγή του κειμένου
απαιτείται η άδεια του συγγραφέα

© periopton.com