Η µέτρηση της ταχύτητας των φωτοευαίσθητων υλικών (μέρος ΙΙ)

Σημειώσεις του Παναγιώτη Ηλία, διδάσκοντα στο τμήμα Φωτογραφίας και Οπτικοακουστικών του Τ.Ε.Ι. Αθήνας , οι οποίες αφορούν την χημική φωτογραφία, ειδικότερα την ταχύτητα φωτοανταπόκρισης του φιλμ.
Διανέμετο στους σπουδαστές πριν την εισαγωγή της διδασκαλίας της ψηφιακής  φωτογραφίας.
Αυτή η δημοσίευση έχει την έγκρισή του και αναρτάται ‘ως έχει’, χωρίς καμία επέμβαση ή μετατροπή.
Επίσης απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή η αναδημοσίευση μέρους ή όλου του κειμένου χωρίς τη γραπτή άδεια του συγγραφέα.

2. Μέθοδοι εύρεσης ευαισθησίας
Όπως αναφέρθηκε στο πρώτο μέρος, τα στοιχεία που λαµβάνονται υπόψη κατά τη φωτοµέτρηση, δηλαδή διάφραγµα και χρόνος έκθεσης, είναι άµεσα συνδεδεµένα µε την ταχύτητα του φιλµ όπως δείχνει και η παρακάτω µαθηµατική έκφραση:

όπου C η σταθερά ρύθµισης του φωτόµετρου, Ι η φωτεινότητα της επιφάνειας και t, f ο χρόνος έκθεσης και το διάφραγµα αντίστοιχα, που χρειάζεται να χρησιµοποιήσουµε για να εκθέσουµε την επιφάνεια µε κανονική έκθεση, ενώ S είναι η ταχύτητα του υλικού.

Φαίνεται λοιπόν, ότι αν δεν τοποθετηθεί η σωστή ένδειξη της ταχύτητας του φιλµ στο φωτόµετρο τα στοιχεία που θα χρησιμοποιήσουμε στη φωτογραφική µηχανή, θα είναι τέτοια, που δεν θα µπορέσουν να αποδώσουν τα αναµενόµενα αποτελέσµατα µετά την επεξεργασία του.
Σ’ αυτό το σηµείο, θα πρέπει να επισηµανθεί ότι αυτό δεν θα συµβεί το ίδιο σε όλες τις περιοχές του φιλµ, αλλά περισσότερο σε αυτές, που οι πυκνότητες τους, έχουν χαµηλή τιµή και βρίσκονται κοντά στον πόδα της καµπύλης.
Οι συγκεκριµένες τιµές πυκνότητας, δεν µπορούν να µεταβληθούν µε το χρόνο εµφάνισης, όπως αυτό είναι δυνατό στις περιοχές της σκηνής, που εκθέτουν το φιλµ µε µεγάλης αξίας εκθέσεις. Αυτό έχει σαν αποτέλεσµα να µη
ν
είναι δυνατή η απόδοση λεπτοµερειών στις περιοχές αυτές του θέµατος, που έχουν χαµηλή φωτεινότητα. (Εικόνα7).

#7

Όµως θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι ακόµη και αν χρησιµοποιηθεί η προτεινόµενη από τον κατασκευαστή
του φιλµ ευαισθησία και σ’ αυτή την περίπτωση, τα αποτελέσµατα µπορεί να µην είναι τα αναµενόµενα.
Τούτο συµβαίνει γιατί ο κατασκευαστής, µετρά την ευαισθησία κάτω από αυστηρές προδιαγραφές, οι οποίες απέχουν πολύ, από τις πρακτικές συνθήκες εργασίας των φωτογράφων. Οι φακοί, οι ταχύτητες του κλείστρου, η ρύθµιση του φωτόµετρου, ο τρόπος επεξεργασίας του φιλµ, είναι στην πράξη διαφορετικά από αυτά που χρησιµοποιούν οι κατασκευαστές για να προσδιορίσουν την ευαισθησία.
Τούτο θα έχει ως αποτέλεσµα, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, το φιλµ να µην αποκτά την ικανή πυκνότητα, που θα µπορέσει να αποδώσει τις λεπτοµέρειες των σκιερών περιοχών του θέµατος που φωτογραφήθηκε. Ετσι ο φωτογράφος είναι υποχρεωµένος να βρει την ευαισθησία του φιλµ προσαρµοσµένη τον δικό του συγκεκριµένο εξοπλισµό.
Στο κείµενο που ακολουθεί, περιγράφονται δυο πρακτικές µέθοδοι, που µπορούν να χρησιµοποιηθούν από τους φωτογράφους µε τον εξοπλισµό που έχουν, για τη λήψη και την εκτύπωση των φωτογραφιών τους.
Η διαφορά τους έγκειται ότι για τη πρώτη µέθοδο δεν απαιτείται η κατασκευή της χαρακτηριστικής καµπύλης του φιλµ, πράγµα που συµβαίνει για την εφαρµογή της δεύτερης.

Πρώτη µέθοδος.
Το φιλµ θα πρέπει αρχικά να εκτεθεί στην 1 σχετική µονάδα έκθεσης*, θεωρώντας ότι σωστή ευαισθησία είναι κατ΄αρχή αυτή που προτείνει ο κατασκευαστής του.
Κατόπιν ξανά εκθέτετε το φιλµ στη 1 σ.µ.ε. µεταβάλλοντας τη τιµή της ευαισθησίας γύρω από αυτή που είχε γίνει αποδεκτή σαν σωστή, δηλαδή αυτή του κατασκευαστή.

*Ορίζουµε αυθαίρετα σαν 16 σ.µ.ε., την κανονική έκθεση δηλαδή αυτή που εκθέτει το φιλµ κάνοντας χρήση των στοιχείων του φωτόµετρου. Αυτόµατα σαν 1 σ.µ.ε. ορίζεται η έκθεση που εκθέτει το φιλµ µε 4 stops υπό της κανονικής.
Για παράδειγµα, αν ο κατασκευαστής προσφέρει κάποιο φιλµ προτείνοντας ευαισθησία 100 ASA, αυτό θα εκτεθεί στη 1 σ.µ.ε. θεωρώντας ότι έχει συντελεστή ευαισθησίας από 25 έως 400.
Για να γίνει αυτό ακολουθούνται τα εξής βήµατα:

1. Τοποθετείται η φωτογραφική µηχανή σε µια σταθερή βάση (τρίποδο, αντιγραφικό µηχάνηµα κτλ) και µια ισοτονική επιφάνεια (µια γκρι κάρτα ή ένα µαύρο µατ χαρτόνι) στερεώνεται παράλληλα προς το επίπεδο του φιλµ.
Η απόσταση της φωτογραφικής µηχανής από την επιφάνεια πρέπει να είναι τέτοια, που αυτή να καλύπτει το οπτικό πεδίο του φακού.
Η παραπάνω διάταξη µπορεί να αντικατασταθεί, τοποθετώντας και στερεώνοντας εµπρός από τον φωτογραφικό φακό, λευκό διαχυτή (πχ λευκό πλεξιγκλάς), ο οποίος φωτίζεται κατευθείαν από µια απόσταση τέτοια, που η διάχυση του φωτός διαµέσου του, να είναι πλήρης. (Εικόνα 8)

#8

Αν είναι επιθυµητό να βρεθεί ο συντελεστής έκθεσης για τον ‘’φυσικό φωτισµό’’ και η παραπάνω διάταξη περιλαµβάνει φωτισµό µε τις ιδιότητες του ‘’τεχνητού φωτισµού’’, θα πρέπει αυτός να διορθωθεί µε φίλτρο εξισορρόπησης.
Στη συνέχεια το φιλµ που ζητείται να βρεθεί η ευαισθησία του, τοποθετείται στη µηχανή, έχοντας προβλέψει να υπάρχουν µέσα στην κασέτα τόσες στάσεις, όσες συνήθως χρησιµοποιούνται στις λήψεις.
2. Ο φακός εστιάζεται στο άπειρο και το φωτόµετρο ρυθµίζεται στην ευαισθησία που προτείνει ο κατασκευαστής του φιλµ.
3. Φωτοµετρείται η επιφάνεια ή το φως διαµέσου του διαχυτή, αν επιλεχθεί η δεύτερη διάταξη. Οι ενδείξεις καταγράφονται σε πίνακα. (Πίνακας 1)

pinakas1

Οι ενδείξεις του φωτόµετρου ξεκινούν κάτω από τις 16 µονάδες έκθεσης και µειώνοντας την έκθεση κατά 4 stops, βρίσκεται το ζεύγος διαφράγµατος και χρόνου, που θα εκθέσουν το φιλµ µε 1 σ.µ.ε. 4. Στη συνέχεια συντάσσεται πίνακας, έτσι που να είναι δυνατή η έκθεση του φιλµ στην 1 σµε, θεωρώντας όµως, ότι αυτό µεταβάλλει την ευαισθησία του, ανά ½ stop. (Πίνακας 2)

pinakas2

5. Εκτίθεται το φιλµ σύµφωνα µε τον πίνακα, έχοντας αφήσει στην αρχή δυο στάσεις χωρίς έκθεση, ενώ οι υπόλοιπες εκτίθενται µε κανονική έκθεση.
(Στο παράδειγµα του πίνακα 2, το φιλµ εκτίθεται µε κανονική έκθεση αν χρησιµοποιηθούν τα στοιχεία f=2 & t=1/60)
6. Εµφανίζεται το φιλµ, µε τον εµφανιστή, τη θερµοκρασία και το χρόνο, που έχουν επιλεγεί.
Εδώ θα πρέπει να επισηµανθεί ότι η ευαισθησία που θα βρεθεί θα αφορά τις συγκεκριµένες παραµέτρους εµφάνισης, που επιλέγηκαν.
7. Στο σκοτεινό θάλαµο τοποθετείται στο φορέα του αρνητικού, η στάση του εµφανισµένου φιλµ, που έχει µηδενική έκθεση και κατ’ επέκταση, πυκνότητα ίση, µε τη πυκνότητα πέπλωσης. Αυτή, εκτυπώνεται σε φωτογραφικό χαρτί, για τέτοιο χρόνο, ώστε να παρουσιάσει, µετά την εµφάνιση του χαρτιού ένα µέσο προς ανοικτό γκρίζο τόνο. Σηµειώνουµε το συγκεκριµένο χρόνο και έστω ότι είναι αυτός είναι Τ.8.
Με χρόνο Τ1=Τ*1,25 (το 1,25 είναι σταθερά) τυπώνονται οι άλλες εννέα στάσεις του αρνητικού.
9. Μετά την εµφάνιση και αυτού του χαρτιού, ελέγχεται, ποιος από τους εννέα γκρι τόνους που τυπώθηκαν, πλησιάζει σε τονικότητα τον γκρι τόνο που παρουσίασε η εκτύπωση της στάσης µε µηδενική έκθεση. Είναι αυτονόητο, ότι όλες οι παράµετροι εµφάνισης, είναι ίδιες όπως και στην εκτύπωση της πυκνότητας πέπλου βάσης. (Εικόνα 9)

#9

10. Από τον πίνακα καταγραφής, ελέγχεται η συγκεκριµένη στάση σε ποιον συντελεστή αντιστοιχεί.
11. Πολλαπλασιάζουµε το συντελεστή µε τον αριθµό της ευαισθησίας που είχαµε θεωρήσει ότι έχει το φιλµ κατά τη φωτοµέτρηση και το αποτέλεσµα είναι ο συντελεστής έκθεσης του.
Δεύτερη µέθοδος.

Η δεύτερη µέθοδος όπως αναφέρθηκε, απαιτεί την κατασκευή της χαρακτηριστικής καµπύλης του φιλµ. Ιδιαίτερη προσοχή επισηµαίνεται ότι θα πρέπει να δοθεί, στο τµήµα αυτό της καµπύλης, που βρίσκεται γύρω από τον πόδα της.
Για την κατασκευή της χαρακτηριστικής καµπύλης ακολουθούνται τα βήµατα 1 , 2 και 3 της πρώτης µεθόδου, εκτός της σύνταξης του πίνακα στο βήµα 3. Αντί αυτού συντάσσεται άλλος πίνακας, έτσι ώστε να εκτεθεί το φιλµ από 1/4 σ.µ.ε. έως 512. (Πίνακας 3)

1α . Εκτίθεται το φιλµ σύµφωνα µε τον πίνακα που έχει συνταχθεί.
2α. Εµφανίζεται το φιλµ µε τον εµφανιστή, τη θερµοκρασία και το χρόνο που έχουν επιλεγεί.

3α Μετά την επεξεργασία µετράται η πυκνότητα της κάθε στάσης και σηµειώνεται κάτω από τη σειρά των εκθέσεων. (Πίνακας 4, Εικόνα 10)

pinakas4

#10

Εικόνα 10 Αν δεν είναι δυνατή η χρήση πυκνόµετρου, µπορεί να γίνει χρήση της ακόλουθης µεθόδου.
Τοποθετείται η στάση που επιθυµείτε να βρεθεί η πυκνότητα της στον φορέα του εκτυπωτή, και µεγεθύνεται αυτό στο επίπεδο εκτύπωσης, τόσο, ώστε η στερεά γωνία της προβολής να όση και η οπτική γωνία του φωτόµετρου.
Τοποθετείται το φωτόµετρο κάθετα προς τον φακό του εκτυπωτή και ανάβοντας συνεχώς τον λαµπτήρα του, παίρνουµε µια µέτρηση.
Έστω ότι η αξία έκθεσης αυτής της µέτρησης είναι EV1 .
Κατόπιν αφαιρείται το αρνητικό, και λαµβάνεται µια δεύτερη µέτρηση. Έστω ότι η αξία αυτής είναι EV0.
Τότε η πυκνότητα είναι ίση.
D=(EV0-EV1).0,3
∆ηλαδή η πυκνότητα της στάσης είναι ίση µε τη διάφορα stops µεταξύ των δυο µετρήσεων πολαπλασιασµένη µε
τη σταθερά 0,3.

4α Σε χαρτί µιλιµετρέ χαράσσουµε δυο κάθετους άξονες και τοποθετούµαι στον οριζόντιο άξονα τους λογάριθµους των σχετικών µονάδων έκθεσης, ενώ στον κάθετο τοποθετούµε τις πυκνότητες.
Οι τιµές λαµβάνονται από τον πίνακα 4 που ήδη έχουµε συντάξει. (Εικόνα 11)

#11Εικόνα 11 Στο συγκεκριµένο γράφηµα η πυκνότητα της βάσης και η πυκνότητα πέπλου βάσης έχει τιµή 0,29.
Από το σηµείο 0,39 φέρνεται παράλληλη προς τον άξονα των εκθέσεων, µέχρι να συναντήσει την καµπύλη.
Από το σηµείο τοµής φέρνετει παράλληλη προς τον άξονα των πυκνοτήτων µέχρι να συναντήσει τον άξονα
των εκθέσεων. Στο παράδειγµα, η προβολή της τοµής στον άξονα των εκθέσεων έχει τιµή
περίπου 2,5.
∆ιαιρώντας τα ASA που είχαµε θεωρήσει, ότι έχει κατά την φωτοµέτρηση βρίσκεται ο συντελεστής Έκθεσης που
έχει το φιλµ που χρησιµοποιήσαµε, κάτω από τις ίδιες συνθήκες λήψης και επεξεργασίας. ∆ηλαδή Ε.Ι.=100/2,5=25

5α Προσδιορίζουµε στον άξονα των πυκνοτήτων, το σηµείο αυτό που έχει τιµή ίση µε 0,1 πάνω από την τιµή της πυκνότητας πέπλωσης, που αντιστοιχεί στις 0 σµε.
Με αρχή αυτό το σηµείο φέρνουµε ευθεία παράλληλη προς τον άξονα των εκθέσεων µέχρι να συναντήσει τη καµπύλη.
6α ∆ιαιρούµε την τιµή των ASA, που έχει θεωρηθεί ότι έχει το φιλµ κατά τη λήψη, µε τις µονάδες έκθεσης, που αντιστοιχούν στην προβολή του σηµείου τοµής στον άξονα των εκθέσεων.
Το αποτέλεσµα της διαίρεσης είναι ο ζητούµενος συντελεστής της έκθεσης.
Οι επιστήµονες που ασχολούνται µε τα φωτογραφικά υλικά προσπαθούν πάντα να δώσουν οδηγίες στους φωτογράφους για να έχουν αυτοί όσο το δυνατόν καλύτερα αποτελέσµατα.
Η πράξη όµως αποδεικνύει ότι αυτές οι οδηγίες, µπορούν ληφθούν µόνο σαν αφετηρία για την διερεύνηση των ιδιοτήτων των υλικών, όταν αυτά χρησιµοποιούνται µε τον προσωπικό εξοπλισµό του φωτογράφου.

Απώτερος σκοπός του φωτογράφου είναι να καταγράψει και ερµηνεύσει τη φωτογραφιζόµενη σκηνή και αυτό µπορεί να γίνει µόνο όταν γνωρίζει τον εξοπλισµό του και τα υλικά που χρησιµοποιεί. Αυτές οι δυο οµάδες (εξοπλισµός και υλικά) είναι άρρηκτα
δεµένες και επηρεάζουν τόσο η µια την άλλη, που µια µικρή αλλαγή ενός µέλους της µιας, να είναι δυνατόν να µεταβάλλει εντελώς το φωτογραφικό αποτέλεσµα.

 

Βιβλιογραφία:
· Κ. Αντωνιάδης, 1986, Σηµειώσεις για την
Ασπρόµαυρη Φωτογραφία, ΤΕΙ Αθήνας.
· Χ. Ν. Παπαλόπουλος, 1971, Η Φωτογρα-
φία ως Τέχνη και Τεχνική, Τεύχος ΙΙΙ, Αθήνα.
· N. Sanders, 1980, Φωτόµετρα, Περιοδικό
Φωτογραφία, Τεύχος 23, σελ.72 – 74, Αθηνά
· W.F.Berg, 1971,Exposure, Focal Press,
London
· International Center of Photography,
1984, Encyclopedia of Photography, Proud Press,
Crown Publishers Inc., N. York.
· P. Davis, 1993, Beyond the zone system,
3rd ed. Focal Press, London.
· L. Stroebel, J. Compon, I. Current, R.
Zakia, 1990, Basic Photographic Materials and
Processes, Focal Press, London.
· R. Jacobson, S. Ray, G. Attridge, 1991,
The Manual of Photography, Focal Press, London.
·http://www.agfaphoto.com/library/techterms/alph
abetic.html
http://www.cicada.com/pub/photo/zs/tables/61.ht
ml
http://www.britannica.com/bcom/eb/article/1/0,571
6,34041+1+33452,00.html?query=speed%20film

κείμενο και πίνακες © Π. Ηλίας

© periopton.com

επιμέλεια: Κάππα Λάμδα

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: