Η ξεχασμένη τέχνη της τηλεομοιοτυπίας (faxing)

Επανεκτίθενται στη Νέα Υόρκη τα έργα του William Larson τα οποία δημιουργήθηκαν με την ηλεκτρονική βοήθεια από τηλεκτυπωτές(fax) κατά την περίοδο 1969-1975. Φαίνεται οι επιμελητές θεώρησαν ότι αυτή είναι η κατάλληλη χρονική στιγμή (πρωταρχικό στοιχείο της επιτυχίας), καθώς όλο και περισσότεροι νέοι -που προφανώς δεν γνωρίζουν αυτή την εικονοποιητική διαδρομή, αναζητούν -πέρα από τις συνήθεις διαδικασίες -νέους τρόπους έκφρασης. Δεν μπορώ να ξέρω για ποιο λόγο, ίσως λόγω απόρριψης, απο τον υπερκορεσμό, θεωριών και πρακτικών που οδηγούν σε ομοειδή αποτελέσματα και της στροφής -σχεδόν εμμονικής- σε μή παραδοσιακές διαδικασίες και τρόπους λήψης μιας εικόνας. Θυμάμαι το πόσο μονοπωλούσε και το δικό μου ενδιαφέρον περίπου μία δεκαετία αργότερα – έχοντας ξεπεραστεί βέβαια το σημείο που η εν λόγω πρακτική αποτελούσε πρωτοπορία – αλλά η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε νωρίς και χωρίς σημαντικά αποτελέσματα. Απλώς έστελνα κολάζ με φωτογραφίες και κείμενο -εν είδει αφισέτας- σε διάφορα φάξ, ως επί το πλείστον αγνώστων παραληπτών, με σκοπό την τυχαία και ελεύθερη διακίνησή τους. Εκτός από την ερεθιστική προοπτική της μαζικής και απρόσμενης παρουσίας, στο κοινό, έργων τέχνης «ό,τι σαρώνουν τα τηλέτυπα αποκτά το νόημα της ισότητας. Είναι πολύ λογικό και δημοκρατικό»  (ας μη ξεχνάμε ότι ο Γουόρχολ εκτιμούσε τους υπαίθριους φωτογραφικούς θαλάμους για παρόμοιους λόγους), μεγάλο μέρος του ενθουσιασμού τότε ήταν σχετικό και με τις δυνατότητες γραφικών των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Βέβαια τα μέσα που υπήρχαν στη διάθεση των δημιουργών ήταν επιπέδου λίθινης εποχής σε σχέση με την ψηφιακή εργαλειοθήκη που έχει στη διάθεσή του κάθε χρήστης σήμερα και παρά το γεγονός ότι ακολουθούσε πορεία σύγκρουσης με τις πεποιθήσεις της φωτογραφικής κοινότητας, παράγονταν έργα τα οποία αγνοούσαν τις συμβάσεις και ίσως αυτά (άλλα σημαντικά, άλλα αδιάφορα) συνέβαλαν με τον τρόπο τους στις σημερινές ερμηνευτικές παρεκκλίσεις των (ενδεικτικά μόνον) Lucas Blalock, Letha Wilson, Leslie Hewitt, Michael Dean κλπ.

Ο Larson παρήγαγε τα κολάζ του -τα περισσότερα από αυτά είναι ένα μείγμα από μικρές φωτογραφικές εικόνες με αποσπάσματα κειμένων και γεωμετρικά σχέδια – μέσω ενός ζεύγους τηλεκτυπωτών Graphic Sciences DEX 1: ο ένας χρησιμεύει ως αποστολέας, ο άλλος ως δέκτης.
Η τηλεκτυπωτής σαρώνει τη φωτογραφία (ή άλλο οπτικό υλικό) και αποδίδει διαφορετικά επίπεδα τάσης με βάση τις πυκνότητες στην κλίμακα του γκρι των πρωτοτύπων που διαβάζει. «Οι πληροφορίες που είναι ενσωματωμένες σε ηλεκτρονική μορφή, όπως διαβιβάζονται στην μηχανή λήψης, όπου τα ξεχωριστά τμήματα συσσωρεύονται διαδοχικά σε ένα ειδικό χαρτί Graphic Sciences. Αυτό το χαρτί αποτελείται από τρία στρώματα: ένα υπόστρωμα, ένα στρώμα από άνθρακα, και μια λεπτή λευκή επιφάνεια χαρτιού. Καθώς τα διάφορα επίπεδα τάσης φτάνουν στο χαρτί μια γραφίδα καίει την εικόνα, γραμμή προς γραμμή, από την επιφάνεια προς το κάτω μέχρι το στρώμα του άνθρακα έως ότου η επιφάνεια να καεί μέχρι να είναι τελείως μαύρη.»
Οι διάφορες ποιότητες αυτής της διαδικασίας του κέντρισαν το ενδιαφέρον. Πρώτον, μεταμορφώνοντας τις φωτογραφίες σε ηλεκτρική ενέργεια, άλλαζε τη φυσική τους κατάσταση και διεύρηνε έτσι το εννοιολογικό πεδίο εφαρμογής τους, έτσι ώστε να γίνουν «μέλη μιας πολύ μεγαλύτερης οικογένειας εικόνων». Δεύτερον, οι οπτικές και ακουστικές πληροφορίες ήταν σε θέση να συγχωνευθούν. «Εδώ, ίσως για πρώτη φορά, η φωτογραφία και ο ήχος μοιράζονται την ίδια επιφάνεια, υποβάλλονται εξίσου και τα δύο σε μετασχηματισμό των αρχικών τους ιδιοτήτων, προκειμένου να επιτευχθεί η συμβατότητα.» (Αυτό δεν είναι ακριβώς σωστό, καθώς η οπτική έχει το πάνω χέρι. Μπορούμε να δούμε μόνο, δεν μπορούμε ν’ακούσουμε το ηχητικό μέρος του συνδυασμού.) Τέταρτον, οι τηλεκτυπωτές είχαν μια διπλή ταυτότητα. Επέτρεψαν μεγάλη ευελιξία «που οφειλόταν κυρίως στο γεγονός ότι λειτουργούν με ηλεκτρονικά βασισμένες αρχές», αλλά επίσης η λειτουργία τους στηρίζεται σε συγκεκριμένους και καθορισμένους επιστημονικούς κανόνες.
Ο Larson φανταζόταν αυτά τα κομμάτια σαν «ένα μωσαϊκό από προσωπικές οπτικές προτιμήσεις» οι οποίες διέπονταν από «αυστηρές τεχνικές κατευθυντήριες γραμμές.» Παρά το γεγονός ότι δημιουργούνται μηχανικά, αυτές οι εκτυπώσεις είναι σαν σχέδια. Λόγω της απόστασης μεταξύ του σαρωτή και της γραφίδας και το «θόρυβο» που εμφανίζεται κατά τη μετάδοση, είναι «αδύνατο να αναπαραχθεί οποιοδήποτε κομμάτι.» Εδώ ίσως βρίσκει πρακτική εφαρμογή και μπορεί να κατανοηθεί το πατερικό «αυτό και ουκ αυτό».

© periopton.com

επιμέλεια-κείμενο-έρευνα: Κάππα Λάμδα

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: