Shirley – Ένα ταξίδι στη ζωγραφική του Edward Hopper

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

στη διαδοχή των φωτογραφιών παραθέτω τα ζωγραφικά έργα με τις αντίστοιχες σκηνές από την ταινία

film stills © Gustav Deutsch

Μία γυναίκα σε δωμάτια ξενοδοχείων, μέσα στο τραίνο, σε χώρους εργασίας. Κινείται, αφηγείται, περιμένει. Είναι η Shirley, θεατρική ηθοποιός που ζεί στη Νέα Υόρκη με τον σύντροφό της, που είναι φωτορεπόρτερ. Καθισμένη στο κρεβάτι ή ξαπλωμένη, σκεπτική, αφηρημένη, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο. Η Μεγάλη Ύφεση του ’29 την αναγκάζει να εργάζεται άλλοτε σαν γραμματέας και άλλοτε σαν ταξιθέτρια στον κινηματογράφο. Είναι το κεντρικό πρόσωπο αλλά και ο συνδετικός κρίκος στην κινηματογραφική προσπάθεια αναπαράστασης δεκατριών διάσημων έργων ζωγραφικής του Αμερικανού ζωγράφου Edward Hopper, από τον σκηνοθέτη Gustav Deutsch. Ο Deutsch, σκηνοθέτης πειραματικών ταινιών, προσπάθησε -και σε γενικές γραμμές το έχει καταφέρει- να αναδημιουργήσει με πιστότητα τον χώρο, τα χρώματα, τη σύνθεση, το κάδρο, το φωτισμό σε σχέση με τα αναπαριστώμενα έργα. Ταυτόχρονα θέλοντας ν’αποφύγει τη στατικότητα ενός ταμπλό βιβάν (tableau vivant) δημιούργησε δραστηριότητα μέσω των χειρονομιών από τους ηθοποιούς, της μουσικής, του μουρμουρητού της αφήγησης. Η οποία αφήγηση συνδέει την προηγούμενη με την επόμενη σκηνή με -σχετικά- λακωνικό τρόπο. Βέβαια δεν είναι η πρώτη φορά ούτε η πρώτη ταινία που αναπαράγει πίνακες ζωγραφικής σε συνδυασμό με διάλογο, ας θυμηθούμε την πρόσφατη και μάλλον επιτυχημένη, «Bruegel- Ο Μύλος και ο Σταυρός» από τον Lech Majewski. Αλλά η συγκεκριμένη προσπάθεια είναι μεν φιλότιμη, αλλά όχι και τόσο σχολαστική στο πεδίο εφαρμογής της και κάπως ενοχλητική στην ανάπτυξή της. Κατ’αρχάς, εντύπωση δημιουργεί η παράληψη από την ταινία, των εμβληματικών έργων «nighthawks», «automat» και «night windows»(το οποίο παρεπιπτόντως, απετέλεσε την πηγή έμπνευσης για την δημιουργία του κινηματογραφικού «Rear Window» του Χίτσκοκ), έργα -κατά τη γνώμη μου- με τη μεγαλύτερη σημειολογική βαρύτητα από το corpus του αμερικανού καλλιτέχνη. Νομίζω ότι δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα στο να ενταχθούν στη σεναριακή ανάπτυξη. Τέλος πάντων.

Όσον αφορά το τεχνικό μέρος υπάρχουν μικρές μεν παραφωνίες αλλά εμφανείς, δημιουργώντας το ερώτημα γιατί δεν διορθώθηκαν. Για παράδειγμα όταν η Shirley ανεβάζει ένα συρόμενο πλαίσιο παραθύρου ή τα στόρια, αυτά καταλήγουν στο τέλος της διαδρομής τους να στέκονται στραβά. Επίσης στις περιπτώσεις που θέλει να βγεί εκτός πλάνου, στρίβει αφύσικα σε σχεδόν ορθή γωνία γιατί ακριβώς μπροστά της βρίσκεται η μηχανή λήψης. Ο φωτισμός είναι διάχυτος και μαλακός σαν οι σκηνές να έχουν φωτισθεί με τη χρήση πυκνών διαχυτών (εδώ καλό είναι να μή μπερδεύουμε τη φωτιστική ένταση με την ποιότητα του φωτός -σκληρού ή διάχυτου, κατευθυνόμενου ή εξ’αντανακλάσεως. Οι σπουδαστές του εργαστηρίου studio το γνωρίζουν,ελπίζω!) και κατ’αυτό τον τρόπο υπάρχει η απουσία εξάρσεων υψηλών τόνων π.χ στα έπιπλα, που δεν αναδεικνύουν τις λεπτές χρωματικές αποχρώσεις οι οποίες εκτός από την επιβεβαίωση του οικείου δημιουργούν και συγκινησιακές δονήσεις. Αυτό σε συνδυασμό με τη χρήση πλακάτων χρωμάτων δίνουν την αίσθηση ενός αφύσικα επίπεδου -φωτιστικά- περιβάλλοντος που παραπέμπει στην πρώιμη εποχή δημιουργίας ψηφιακών τρισδιάστατων χώρων. Όσον αφορά το εννοιολογικό πεδίο υπάρχει μία ειδοποιός διαφορά που διαπιστώνεται από τη σύγκριση των έργων των δύο δημιουργών. Στα έργα του Hopper υπάρχει διάχυτο το αίσθημα της απουσίας που υποδηλώνει, όπως είναι φυσικό, ότι κάτι υπήρξε και ότι κάτι άλλο θα εμφανιστεί και αφήνει χώρο στη φαντασία να αναπλάσει -κατά το δοκούν- σε ενεστώτα χρόνο, τον παρελθόντα και τον μέλλοντα. Αντίθετα στο έργο του Deutsch υπάρχει διάχυτη η αίσθηση του αδιεξόδου, το συναίσθημα του εγκλωβισμού, και παρά τα ανοιχτά παράθυρα, παρά το φώς και την ενατένιση προς και πέρα από αυτό, δεν καταφέρνει να δημιουργηθεί η ρωγμή στο χώρο ώστε να δραπετεύσουν οι πρωταγωνιστές, να πραγματοποιήσουν αυτή τη φυγή προς τα έξω, επιθυμία την οποία εκφράζουν πολλές φορές. Ούτε όμως και στο χρόνο, για να μπορέσει ο θεατής να μεταφερθεί στο φαντασιακό χώρο και να δημιουργήσει τη δική του εκδοχή. Η ταινία μοιάζει συχνά φλύαρη και στατική χωρίς την πυκνότητα που θα υπενθυμίσει την αίσθηση των πραγμάτων, παγιδευμένη από την υποκειμενική άποψη του Deutsch, ένα ακριβές αντίγραφο, το οποίο δεν φέρνει κάτι νέο στην τέχνη. Δεν καταφέρνει να δημιουργήσει μία νέα δυναμική στη μυθοπλασία, ίσως μια νέα έκφραση της έννοιας της ανθρώπινης απόγνωσης που χαρακτήριζε τη Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930 και η οποία μας είναι τόσο γνώριμη εδώ στην Ελλάδα του 21ου αιώνα.

© periopton.com

επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα.