Macondo… από τον κόσμο του Gabriel García Márquez

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Αν κάποιος προσπαθήσει να αποδώσει εικονογραφικά ένα λογοτεχνικό έργο, θα πρέπει να ακροβατήσει δεξιοτεχνικά ανάμεσα σε δύο επικίνδυνα πεδία. Αυτό της αυθαιρεσίας με αποτέλεσμα την εκτροπή από το στόχο και αυτό της προσήλωσης στο κείμενο με αποτέλεσμα την καθήλωση στην πραγματικότητα και την απώλεια της έντασης. Βλέπετε, συχνά διαβάζοντας ένα βιβλίο φανταζόμαστε τους χαρακτήρες, το περιβάλλον, τις τοποθεσίες και γενικά τον κόσμο του βιβλίου να υφίστανται με ένα συγκεκριμένο τρόπο, και ταυτόχρονα αναρωτιόμαστε αν αυτά που μεταφέρει ο συγγραφέας πηγάζουν απο κάποια πραγματικότητα. Γιατί αρκετές φορές οι κόσμοι που δημιουργούνται μέσα στα έργα τους είναι πρακτικά αδύνατον να  ανασυσταθούν και κατ’επέκταση να υπάρξουν έξω από το μυαλό τους και τις σελίδες των βιβλίων τους. Είναι τόσο πολυεπίπεδοι, με έντονα λεπτές εννοιολογικές αποχρώσεις και ιδιόμορφοι, ώστε οποιαδήποτε προσπάθεια εικονοποίησής τους να μην καταλήγει σε αποτελέσματα με θετικό πρόσημο. Αναφερόμαστε κατά κύριο λόγο στη μεταφορά λογοτεχνικών έργων στον κινηματογράφο στον οποίο αν και υπάρχουν η κίνηση και η μουσική -που ως γνωστόν μπορούν να κατευθύνουν τα συναισθήματα του θεατή και κατ’επέκταση την ακολουθία των  παραγόμενων εικόνων που οδηγούν στη δόμηση και στην ερμηνεία-, παρ’όλα αυτά να μη μπορεί να συμπυκνώσει τη διάχυτη ποιότητα του γραπτού έργου σε λίγες ώρες θέασης. Πόσο μάλλον αν το προς μεταφορά έργο προέρχεται απο έναν μεγάλο συγγραφέα ο οποίος είναι στην προκειμένη περίπτωση ο Gabriel García Márquez, βιβλία του οποίου όντως έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο, μη καταφέρνοντας ωστόσο να επαληθεύσουν τις προσδοκίες. Φαντασθείτε τώρα τις δυσκολίες κάποιου δημιουργού που θα ήθελε να μεταφέρει φωτογραφικά -χωρίς την σημαντική υποβοήθηση απο την μουσική και την κίνηση που διαθέτει ο κινηματογράφος- ένα έργο του σπουδαίου αυτού συγγραφέα. Και όμως ο Ιταλός φωτογράφος Fausto Giaccone προσπάθησε να επιτύχει το αδύνατο κάνοντας ένα βιβλίο για τον κόσμο του Márquez. Αλλά ό,τι έκανε με διαφορετικό τρόπο, ήταν να πάρει τις δικές του εμπειρίες, τη δική του κατανόηση των ιστοριών του Márquez και να τις αφήσει ασυνείδητα διαχυθούν αφιλτράριστες μέσα στις εικόνες του. Καταγράφοντας τη χώρα της Κολομβίας με διακριτικότητα και σεβασμό, ο Giaccone κατάφερε να ζωντανέψει οπτικά τον φανταστικό γαλαξία του Márquez, προσφέροντας στον θεατή ένα πλήθος χαρακτήρων που θυμίζουν έντονα αυτούς που ζούνε στις σελίδες των μυθιστορημάτων του. Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος που κάνει ιδιαίτερο το Macondo. Εδώ έχουμε ένα καλλιτέχνη που μας παρουσιάζει την ερμηνεία του έργου ενός άλλου καλλιτέχνη, αντί της δημιουργίας μιας πιστής μετάφρασης.
Το βιβλίο δεν θα υπήρχε χωρίς την «θαυματουργή επίδραση που είχαν στο μυαλό μου τα λόγια του», γράφει ο Giaccone στις ευχαριστίες του. Γι’αυτό μερικές φορές αντιστοιχίζονται εικόνες με αποσπάσματα απο κείμενα του Garcia Márquez. Όπως, για παράδειγμα, το μνημείο για τα Εκατό Χρόνια Μοναξιάς, στη μικρή πόλη του Aracataca, στην οποία ο Márquez πέρασε τα παιδικά του χρόνια, όπου ο φανταστικός χαρακτήρας Remedios la bella, απεικονίζεται τη στιγμή -διάσημη πλέον- που ανεβαίνει στον ουρανό.

© Fausto Giaccone

© Fausto Giaccone

Η Αμαράντα παρατήρησε ότι η Ρεμέδιος η Ωραία έγινε κάτωχρη».
«Δεν αισθάνεσαι καλά;» τη ρώτησε.
Η Ρεμέδιος η Ωραία, η οποία κρατούσε το σεντόνι από την άλλη άκρη, της χαμογέλασε συμπονετικά.
«Μάλλον το αντίθετο,» είπε, «Ποτέ δεν ένιωσα καλύτερα.»
Είχε μόλις τελειώσει τη φράση της όταν  η Φερνάντα αισθάνθηκε μία ντελικάτη πνοή αέρα να τραβάει το σεντόνι από τα χέρια της και να το ανοίγει διάπλατα. Η Αμαράντα αισθάνθηκε ένα μυστηριώδες τρεμούλιασμα στην δαντέλα του μεσοφοριού της και προσπάθησε να αρπάξει το σεντόνι, έτσι ώστε να μην πέσει κάτω, τη στιγμή κατά την οποία η Ρεμέδιος η Ωραία άρχισε να ανυψώνεται».
Η Ούρσουλα, σχεδόν τυφλή πιά, ήταν η μόνη που είχε τη ψυχραιμία ν’ αναγνωρίσει τη φύση εκείνου του ανεπανόρθωτου ανέμου κι’ άφησε τα σεντόνια στο έλεος του φωτός, κοιτάζοντας την ωραία Ρεμέδιος, που την αποχαιρετούσε κουνώντας το χέρι της, μες στο εκθαμβωτικό φτερούγισμα των σεντονιών που υψώνονταν μαζί της, που εγκατέλειπαν μαζί της τα σκαθάρια και τις ντάλιες και διέσχιζαν μαζί της τον αέρα όταν ήταν πιά τέσσερεις τ’ απόγευμα, και χάθηκαν μαζί της για πάντα ψηλά στην ατμόσφαιρα, εκεί που δεν μπορούσαν να τη φτάσουν ούτε τα πιό υψιπετή πουλιά της μνήμης….] μτφ. Κάππα Λάμδα

Βέβαια για να είμαστε ακροβοδίκαιοι υπήρξε και αρκετή ορθολογιστική διαδικασία -άσχετη, κατά τη γνώμη μου, με τη δημιουργική προσέγγιση- με απώτερο σκοπό μια πιο εύληπτη αλληλουχία των εικόνων γιατί σύμφωνα με τα λεγόμενά του… «Είχα κάνει πολλές μακέτες, και πήρα επαγγελματικές γνώμες για αυτές. Συνειδητοποίησα ότι υπήρχαν πάρα πολλά πορτρέτα, πάρα πολλά μάτια που κοιτάζουν τον θεατή, διαδοχικά. Έτσι, αποφάσισα να τα διανθίσω με εικόνες από νεκρές φύσεις, εσωτερικούς χώρους , τοπία και ούτω καθεξής». Έγινε λοιπόν παράθεση «ήσυχων» και «δραματικών εικόνων» με σκοπό να δοθεί ένας ρυθμός που θα κάνει αυτό το βιβλίο ενδιαφέρον. Συν το γεγονός ότι η αφαίρεση του «κυνικού» χρώματος με την χρήση του -κατοχυρωμένου ως ποιοτικού και ονειρικού- ασπρόμαυρου, συμβάλλει στην -κατά κοινή αποδοχή- ακριβέστερη απόδοση της ατμόσφαιρας ενός λογοτεχνικού κόσμου.

Nota bene

όλες οι φωτογραφίες: © Fausto Giaccone

© periopton

επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: