μια Diablerie στην Αθήνα. (μέρος ΙΙ)

Το δεύτερο μέρος της παρουσίασης των τεχνικών επιλογών και εφαρμογών, για την αποκατάσταση μιας φθαρμένης στερεοσκοπικής διαφάνειας -τύπου Diablerie- που βρίσκεται στη συλλογή του μουσείου Μπενάκη.

Επιλογή των διαφορετικών επιστρώσεων
Σύμφωνα με έρευνες που δημοσιεύθηκαν στο Journal of Coatings Technology και στο TAPPI Coating Conference,11 η δυσκολία στον σχηματισμό μίας επιτυχημένης επίστρωσης σε συμβατό χαρτί για εκτυπώσεις ink-jet, οφείλεται στη μεγάλη ποσότητα νερού (περίπου 90%) που περιέχεται σε κάθε σταγόνα μελανιού. Από τη στιγμή που η σταγόνα απορροφάται από το υπόστρωμα, το μελάνι πρέπει να διαπερνάει την επίστρωση και να απλώνεται ομοιόμορφα προς όλες τις κατευθύνσεις, χωρίς να απορροφάται από το χαρτί. Όπως πολύ αναλυτικά εξηγεί ο Martin Juergens στο βιβλίο The digital print, οι ιδιότητες απορρόφησης του μελανιού που έχει κάθε χάρτινο υπόστρωμα είναι αυτές που καθορίζουν την τελική ποιότητα της εικόνας. Για παράδειγμα, στα χαρτιά χωρίς επίστρωση τα μελάνια διαχέονται μέσα στις ίνες του χαρτιού, με αποτέλεσμα να έχουμε εικόνες με περιορισμένη απόδοση των τόνων αλλά και της λεπτομέρειας (εικ. 11). Αντίθετα, στα χαρτιά με επιστρώσεις τα μελάνια κάθονται στο επιφανειακό στρώμα, δίνοντας εικόνες μεγαλύτερης ευκρίνειας και τονικής διαβάθμισης. Συμπερασματικά, η στρωματογραφία ενός χαρτιού κατάλληλου για εκτυπώσεις ink-jet αποτελείται από το στρώμα απορρόφησης του μελανιού και το επιφανειακό κολλάρισμα του χαρτιού.
2α. Το στρώμα απορρόφησης της υγρής μελάνης
Τα τελευταία χρόνια τα βασικά συστατικά στοιχεία των επιστρώσεων σε χαρτιά που προορίζονται για εκτυπώσεις ink-jet αποτελούνται από μεγάλες ποσότητες διοξειδίου της σιλικόνης (silica) μέσα σε μικρή ποσότητα υδρόφιλου συνδετικού υλικού, κυρίως πολυβυνιλικής αλκοόλης (PVOH). Ύστερα από έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στα χαρτιά αυτά, διαπιστώθηκε ότι η υψηλή αλληλεπίδραση ανάμεσα στην PVOH και το διοξείδιο της σιλικόνης, κατά τη διάρκεια του στεγνώματος, έχει ως αποτέλεσμα τον σχηματισμό έντονων ρωγμών στην επιφάνεια της εκτύπωσης, ενώ η γυαλάδα της επιφάνειας της εκτύπωσης επηρεάζεται σημαντικά από τον τύπο των χρωστικών (βαφές ή χρωστικές σε σκόνη). Έχει ήδη ερευνηθεί η αντικατάσταση του διοξειδίου της σιλικόνης από άλλες χρωστικές, όπως ο τροποποιημένος άργιλος και η καολίνη, ή από χρωστικές που περιέχουν ανθρακικό ασβέστιο.
Με βάση τα δεδομένα αυτά, θελήσαμε να δοκιμάσουμε υλικά που έχουν χρησιμοποιηθεί παραδοσιακά στον σχηματισμό αναλογικών φωτογραφιών, όπως η αλβουμίνη, η ζελατίνη, το θειικό βάριο, η καολίνη και το αραβικό κόμμι. Ενώ τα υλικά αυτά είναι απόλυτα συμβατά με τις φωτογραφικές εκτυπώσεις του 19ου αιώνα, αντίθετα δεν είναι γνωστή η συμβατότητά τους με τις ψηφιακές εκτυπώσεις.
Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης μελέτης και ύστερα από δοκιμές με διάφορα συνδετικά υλικά, επιλέχθηκαν για τον σχηματισμό του στρώματος απορρόφησης της υγρής μελά-νης, το θειικό βάριο και η καολίνη σε διάλυμα ζελατίνης. Οι λευκές αυτές χρωστικές έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως, τόσο για τον σχηματισμό της βαριούχου επίστρωσης στην αναλογική φωτογραφία, όσο και στη συντήρηση των φωτογραφιών ως υλικό συμπλήρωσης.
Τα τέσσερα δείγματα με τους διαφορετικούς συνδυ-ασμούς των παραπάνω υλικών που δοκιμάστηκαν προκει-μένου να καταλήξουμε στον επικρατέστερο από αυτούς, είναι τα ακόλουθα:
S1: θειικό βάριο+H₂O+ζελατίνη 6%
S2: καολίνη+H₂O+ζελατίνη 6%
S3 θειικό βάριο 85%+καολίνη 15%+H₂O+ζελατίνη 6%
S4: θειικό βάριο 70%+καολίνη 30%+H₂O+ζελατίνη 6%
Η προετοιμασία του στρώματος απορρόφησης επιτεύχθηκε ύστερα από συνεχή ανάδευση των χρωστικών με μικρή ποσότητα νερού και ζελατίνης, προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι κόκκοι και να επιτευχθεί ένα λείο και ομοιόμορφο στρώμα (εικ. 12α-β). Η εφαρμογή του στρώματος απορρόφησης πραγματοποιήθηκε με τη χρήση αερογράφου. Έγιναν πολλαπλοί ψεκασμοί σε κάθε δείγμα μέχρι να επιτευχθεί το επιθυμητό στρώμα (εικ. 13). Στο τέλος των ψεκασμών τα δείγματα τοποθετούνταν σε θερμαινόμενη πρέσα για καλύτερη λείανση της επιφάνειας. Καθ’ όλη τη διάρκεια των ψεκασμών γίνονταν μετρήσεις του πάχους και της πυκνότητας στα δείγματα και σύγκριση των αποτελεσμάτων με το πρωτότυπο τύπωμα. Τα αποτελέσματα των μετρήσεων αυτών καθόρισαν τη σύσταση και τον αριθμό των ψεκασμών του στρώματος απορρόφησης.
2β. Επιλογή του επιφανειακού στρώματος
Το επιφανειακό κολλάρισμα του χαρτιού θεωρήθηκε απαραίτητο, προκειμένου να αποκτήσει το χαρτί της συμπλήρωσης τη γυαλάδα του πρωτότυπου τυπώματος. Για τον σκοπό αυτό δοκιμάστηκαν τα εξής συνδετικά υλικά: αλβουμίνη, ζελατίνη, αραβικό κόμμι (πίν. 2). Η αλβουμίνη15 και η ζελατίνη16 είναι γνωστές για τον ρόλο τους ως συνδετικών υλικών καθ’ όλη τη διάρκεια της τεχνολογικής εξέλιξης της φωτογραφίας από τον 19ο αιώνα έως και σήμερα. Το αραβικό κόμμι, μία από τις πιο διαδεδομένες ρητίνες, έχει χρησιμοποιηθεί στο διάλυμα της αλβουμίνης ήδη από τον 19ο αιώνα, προκειμένου να διευκολύνει στην ομοιόμορφη τοποθέτηση του στρώματος αλβουμίνης στο χάρτινο υπόστρωμα. Επιπλέον, έχει χρησιμοποιηθεί στις διχρωμικές φωτογραφίες λόγω της ιδιότητάς του να δεσμεύει αποτελεσματικά τις χρωστικές που συνθέτουν την τελική εικόνα στο χαρτί. H εφαρμογή του επιφανειακού κολλαρίσματος πραγματοποιήθηκε ομοίως με αερογράφο (εικ. 13).

Εικον.12-13

Πιν.2  Πιν.3

3. Εκτυπωτές υγρής μελάνης και χρωματικά προφίλ
Η εκτύπωση είχε ως στόχο την εξεύρεση της καλύτερης δυνατής σχέσης χαρτιού επίστρωσης και μελανιού εκτύπωσης. Το κατάλληλα επιστρωμένο χαρτί έπρεπε να είναι λεπτό, όπως προαναφέρθηκε, και αυτό εμπεριείχε τον κίνδυνο εμπλοκής του χαρτιού κατά τη διάρκεια της εκτύπωσης.
Αυτό απεφεύχθη με το να επικολληθεί το δοκίμιο σε ένα απλό χαρτί Α4 με κολλητική ταινία και με τέτοιο τρόπο ώστε να μην ενοχλείται η κεφαλή του εκτυπωτή κατά τη διάρκεια της εκτύπωσης.
Οι εκτυπώσεις έγιναν σε τρεις εκτυπωτές οι οποίοι δέχονται, ο καθένας ξεχωριστά, διαφορετικά είδη μελανιών:
Στον Epson 1400, ο οποίος μπορεί να δεχτεί σε σύνολο έξι δοχεία μελάνης τύπου Dye με χρώματα κίτρινο, μαύρο, ανοιχτό κυανό, απαλό ματζέντα, ματζέντα, και κυανό.
Στον Epson 2400, ο οποίος μπορεί να δεχτεί σε σύνολο εννέα δοχεία μελάνης τύπου πιγμέντων (Pigment) με χρώματα ματ μαύρο, φωτογραφικό μαύρο, κυανό, ματζέ-ντα, κίτρινο, ανοιχτό μαύρο, ανοιχτό κυανό, απαλό ματζέ-ντα, πολύ ανοιχτό γκρι, εκ των οποίων το μαύρο πρέπει να αλλάζει ανάλογα με την επιφάνεια του χαρτιού που πρόκειται να τυπώσουμε (γυαλιστερό ή ματ).
Και στον Epson 9900, ο οποίος μπορεί να δεχτεί σε σύνολο 10 δοχεία μελάνης τύπου πιγμέντων (Pigment) με χρώματα κυανό, κίτρινο, φωτογραφικό μαύρο, ματ μαύρο, ματζέντα, ανοιχτό μαύρο, πολύ ανοιχτό μαύρο, ανοιχτό κυανό, ανοιχτό ματζέντα, πορτοκαλί και πράσινο.
Στην έρευνά μας ύστερα από δοκιμαστικά χρησιμο-ποιήθηκε στο Epson 2400 η μαύρη μελάνη που προορίζεται για χαρτιά ματ μαύρο, γιατί το φωτογραφικό μαύρο παρουσίαζε Posterization.
Εδώ καλό είναι να δούμε τις βασικές διαφορές μεταξύ των μελανιών Dye και Pigment, για να γίνει εμφανής ο λόγος που προτιμήθηκαν οι μελάνες τύπου πιγμέντων (Pigment).
Η επεξεργασία των επιλεγμένων δειγμάτων έγινε μέσω του προγράμματος Photoshop και καθ’ όλη τη διάρκεια ανίχνευσης της συμβατότητας χαρτιού, επιστρώσεων και
μελανιών, για τις εκτυπώσεις προτιμήθηκαν οι εργοστασιακές ρυθμίσεις των εκτυπωτών, τοποθετώντας στην επιλογή χαρτιού το απλό χαρτί (plain) στην καλύτερη εκτύπωση. Μάλιστα, αφέθηκε ο εκτυπωτής να τοποθετήσει το χρωματικό προφίλ για το συγκεκριμένο χαρτί.
Εξάλλου σε αυτή τη φάση της εργασίας δεν μας απασχολούσε τόσο πολύ το χρώμα, όσο το πώς θα δεχόταν η emulsion τη μελάνη, πώς θα εμφανιζόταν η τονική και χρωματική κλίμακα, η ποιότητα και η μορφή της σταγόνας μελανιού που έβγαινε από τα ακροφύσια του εκτυπωτή.
Η οπτική εξέταση με γυμνό οφθαλμό των δοκιμίων ήταν η προβλεπόμενη. Οι μέλανες DYE παρουσίαζαν καλύτερη στιλπνότητα και μεγαλύτερη τονική και χρωματική διαβάθμιση. Εξακολουθεί όμως να παραμένει το πρόβλημα της μη αρχειακής του ποιότητας, δηλαδή η μη αντοχή στον χρόνο, η ευαισθησία στο φως και στην υγρασία έναντι των πιγμέντων (Pigment). Φυσικά θα ήταν ιδανική η κατάσταση αν μπορούσαν να συγκεραστούν οι θετικές ιδιότητες των δύο τύπων μελανών.

Πιν.
4. Προσδιορισμός των χρωματικών προφίλ (colour profile) του χαρτιού
Αφού επιλέχτηκε η κατάλληλη επίστρωση, κατασκευάστηκαν οι χρωματικοί χώροι18 που μπορούσαν να αποδοθούν στο χαρτί με την επίστρωση αλβουμίνης, από τους συγκεκριμένους εκτυπωτές, δηλαδή κατασκευάστηκαν τα χρωματικά προφίλ (colour profile) του χαρτιού.
Με το πρόγραμμα print Fix της Colorvision εκτυπώσαμε τη χρωματική παλέτα (εικ. 14) που εμπεριέχεται στο πρόγραμμα, στον εκτυπωτή που θέλουμε να κατασκευά-σουμε το χρωματικό προφίλ του.
Αφού αφήσαμε το εκτυπωμένο χαρτί τουλάχιστον για 48 ώρες να στεγνώσουν οι μελάνες, με τον χρωμογράφο της Colorvision , που συνδέεται με τον υπολογιστή που έχει το παραπάνω πρόγραμμα, κάναμε τις προβλεπόμενες μετρήσεις τοποθετώντας τον χρωμο-γράφο στο κάθε χρώμα της παλέτας.
Αυτές οι μετρήσεις αποθηκεύτηκαν σε ένα αρχείο του υπολογιστή και οι τιμές τους συγκρίθηκαν αυτόματα με τις πραγματικές τιμές που έχουν προκαθοριστεί εργοστασιακά. Το πρόγραμμα αυτό αναλαμβάνει να κάνει την αντιστοίχιση της προβλεπόμενης τιμής του κάθε χρώματος με αυτήν της εκτύπωσης, που στην ουσία δεν είναι τίποτε άλλο από το χρωματικό προφίλ του χαρτιού για τον συγκεκριμένο εκτυπωτή (εικ. 16).
Κατόπιν με το πρόγραμμα της CHROMiX ColorThink Pro χαρτογραφήθηκαν τα χρωματικά προφίλ των τριών εκτυπωτών σε ένα σύστημα δύο αξόνων, καθώς και ένα χρωματικό προφίλ που έχει κατασκευάσει η Epson για τον εκτυπωτή 2400 και το χαρτί Epson mat archive που είναι ένα χαρτί της Epson ειδικά κατασκευασμένο για αρχειακές εκτυπώσεις σε εκτυπωτές ink-jet. Αυτό έγινε για καλύτερη εποπτεία των χρωματικών χώρων που καλύπτει ο κάθε εκτυπωτής με το χαρτί της επίστρωσης αλβουμίνης.
Η χαρτογράφηση των χρωματικών χώρων σε δύο διαστάσεις δίνει μια πολύ καλή εποπτεία αυτών και αρκετές πληροφορίες ως προς τη σύγκρισή τους και τη χρωματική περιοχή που καλύπτουν, δεν είναι δυνατό όμως να έχουμε πληροφορία για την τονική διαβάθμιση των χρωμάτων (πίν. 5). Δηλαδή βλέπουμε μόνο τους άξονες a* (κόκκινο – πράσινο) και b* (μπλε – κίτρινο) στο χρωματικό μοντέλο L* a* b*.19 Η τονική διαβάθμιση των χρωμάτων από το μαύρο στο άσπρο φάνηκε στο σύστημα των τριών αξόνων, όπου εκεί το L* είναι ο κάθετος άξονας και εκφράζει τη φωτεινότητα των χρωμάτων (εικ. 17).
Παρατηρήθηκε λοιπόν ότι και στους τρεις εκτυπωτές οι τιμές του L* (φωτεινότητα) ήταν περίπου ίδιες, με την εκτύπωση dye να υπερισχύει λίγο στα μαύρα. Δηλαδή στην εκτύπωση Dye το εύρος των διακριτών οπτικών πυκνοτήτων ήταν μεγαλύτερο προς την περιοχή των σκούρων χρωμάτων. Αυτό ήταν κάτι που δεν το λάβαμε υπόψη στη συγκεκριμένη εργασία, γιατί το εύρος πυκνοτήτων του συγκεκριμένου στερεογράμματος είναι αρκετά μικρό.

Εικον.14 Εικον.

Συνεχίζεται…

Η ερευνητική ομάδα αποτελείτο από τους:

Μαρία Μάττα
Υπεύθυνη Eργαστηρίου Συντήρησης Φωτογραφιών
Τμήμα Φωτογραφικών Αρχείων – Μουσείο Μπενάκη
mattamaria1@yahoo.gr

Παναγιώτης Ηλίας
Εκπαιδευτικός του Τμήματος Φωτογραφίας
Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθήνας
panil@teiath.gr

Δέσποινα Ρομπόλα
Απόφοιτη του Τμήματος Συντήρησης Έργων Τέχνης
Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθήνας

Advertisements