μια Diablerie στην Αθήνα. (μέρος ΙΙΙ)

Το τρίτο -και τελευταίο- μέρος της παρουσίασης των τεχνικών επιλογών και εφαρμογών, για την αποκατάσταση μιας φθαρμένης στερεοσκοπικής διαφάνειας -τύπου Diablerie- που βρίσκεται στη συλλογή του μουσείου Μπενάκη.

5. Στεροσκοπική όραση
Το επόμενο στάδιο ήταν να μελετηθεί ο τρόπος συμπλή-ρωσης του ελλείποντος τμήματος στη μία από τις δύο εικόνες (εικ. 18). Η πρώτη προσέγγιση του προβλήματος της συμπλήρωσης του κενού τμήματος περιέλαβε την ψηφιακή επεξεργασία του ευαίσθητου συντηρημένου υλικού. Η πρώτη ενέργεια ήταν η φωτογράφιση της πρώτης από τις δύο (αριστερό τμήμα) στερεοσκοπικής φωτογραφίας, η οποία ήταν μια πλήρης χωρίς κενά εικόνα. Το όμοιο τμήμα εκτυπώθηκε σε προεπιλεγμένο εκτυπωτή στο κατασκευασμένο από εμάς χαρτί αλβουμίνης, προκειμένου να επικολληθεί επί του κενού τμήματος.
Κατά την εφαρμογή της διαδικασίας διαπιστώθηκε από την αρχή ότι η προσαρμογή του τμήματος ψηφιακά δεν ήταν απλή, μια και το αποτέλεσμα παρουσίασε οπτική απομάκρυνση στην αριστερή πλευρά του αποκόμματος, όταν προσαρμόσαμε στο κενό τη δεξιά (εικ. 19). Για τη διορθωτική οπτική επέμβαση αποφασίσαμε να χρησιμοποιηθεί το εργαλείο Distort του προγράμματος Photoshop. Στην επεξεργασία επιλέχθηκε η επέκταση του αποκόμματος αριστερά. Το αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας ήταν η πλήρης παραμόρφωση των εικονιζόμενων κεφαλών, σε σημείο όπου η μία κεφαλή καλυπτόταν από τη βασική φωτογραφία. Όλες οι επόμενες δοκιμές απέτυχαν.
Η ερμηνεία της αποτυχίας αυτής βασίζεται στον τρόπο που λειτουργεί η στεροσκοπική όραση. Για να γίνει αυτός κατανοητός, θα αναφερθούμε σε ένα παράδειγμα: έστω
ότι ένας άνθρωπος εστιάζει το βλέμμα του σε ένα λουλούδι, το οποίο απεικονίζεται στο κέντρο με φόντο έναν τοίχο, ο οποίος στο δεξί μισό τμήμα του φέρει κάθετες περσίδες, ενώ το υπόλοιπο μισό τμήμα του είναι καθαρό (πίν. 6). Αν ο ίδιος άνθρωπος στην ίδια θέση εστιάσει το κάθε μάτι του ξεχωριστά στη συγκεκριμένη εικόνα, θα παρατηρήσει ότι κάθε μάτι βλέπει ένα διαφορετικό τμήμα της, με μετατόπιση των κάθετων περσίδων στο φόντο. Το φαινόμενο αυτό της ελαφρά διαφορετικής οπτικής γωνίας του κάθε ματιού ονομάζεται παράλλαξη. Η προβολή των δύο ελαφρά μετατοπισμένων εικόνων χρησιμοποιείται από τον ανθρώπινο εγκέφαλο, προκειμένου να συνθέσει την τρισδιάστατη εικόνα και να αντλήσει τις πληροφορίες που χρειάζεται σχετικά με τη θέση και τις σχετικές αποστάσεις των αντικειμένων από τον παρατηρητή. Το συμπέρασμα είναι ότι εάν είχαμε εικόνα μόνο από το ένα μάτι, δεν θα υπήρχε τρόπος να κατασκευάσουμε την εικόνα που θα έβλεπε το άλλο. Θα μπορούσαμε να έχουμε μια εικόνα που να βασίζεται μόνο σε υποθέσεις.
Στη στερεοσκοπική εικόνα που μελετάμε, οι παραλλαγές ανάμεσα στη δεξιά και την αριστερή φωτογραφία γίνονται εμφανείς στα τμήματα που σημειώνονται (εικ. 20).

Εικον.18-19 Εικον.20
6. Συμπεράσματα
Σε ό,τι αφορά το στρώμα απορρόφησης μελανιών έγιναν συγκρίσεις ανάμεσα στο θειικό βάριο και την καολίνη. Η σύγκριση μεταξύ αυτών έδειξε ότι η καολίνη δημιουργεί ένα λείο στρώμα με μικρότερη όμως δυνατότητα κάλυψης του χαρτιού σε σχέση με εκείνη του θειικού βαρίου (εικ. 21). Επίσης, όπως φαίνεται και από τις εικόνες, η απόδοση της τονικής διαβάθμισης της εικόνας είναι πολύ καλύτερη στο δείγμα με το θειικό βάριο, όμως ο κόκκος εμφανίζεται πιο έντονος. Η γυαλάδα της επιφάνειας με τη χρήση της καολίνης παραμένει ανεπηρέαστη σε αντίθεση με το θειικό βάριο, το οποίο δίνει πιο ματ αποτελέσματα. Η ανάμειξη των δύο παραπάνω κρίθηκε απαραίτητη, προκειμένου να έχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Παρασκευάστηκαν δείγματα με διαφορετικές περιεκτικότητες σε θειικό βάριο και καολίνη. Συγκεκριμένα η αύξηση της περιεκτικότητας της καολίνης στο διάλυμα κατά 15% είχε ως αποτέλεσμα τον σχηματισμό μιας πιο ομοιόμορφης επιφάνειας με κοκκομετρία που πλησίαζε αρκετά το πρωτότυπο τύπωμα (εικ. 22).
Από τα συνδετικά υλικά που δοκιμάστηκαν για το επιφανειακό κολλάρισμα, η αλβουμίνη, η ζελατίνη και το αραβικό κόμμι αποδείχθηκαν να είναι συμβατά με τα μελάνια των εκτυπωτών που χρησιμοποιήθηκαν, σε αντίθεση με την αμυλόκολλα, την Klucel G και το Aquazol, υλικά που δοκιμάστηκαν αρχικά και τα οποία απορρίφθηκαν από τα πρώτα στάδια των πειραμάτων λόγω της μη επαρκούς απορρόφησης των μελανιών. Όπως φαίνεται στη φωτογραφία με πλάγιο φωτισμό, η αλβουμίνη έδωσε τα πιο καλά αποτελέσματα, τόσο στα χαρακτηριστικά της επιφάνειας, όσο και στην απόδοση των τόνων της εικόνας (εικ. 23). Αντίθετα, η ζελατίνη και το αραβικό κόμμι δεν έδωσαν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, σε σχέση πάντα με το πρωτότυπο τύπωμα.
Στην εικ. 24 φαίνεται σχηματικά η στρωματογραφία του τελικού μας δείγματος. Τα αποτελέσματα των μετρή-σεων του πάχους και της πυκνότητας στο διερχόμενο φως έδειξαν ότι σχεδόν ταυτίζεται με τα χαρακτηριστικά του πρωτότυπου τυπώματος: Τα τελικά μας δείγματα εκτυπώθηκαν σε δύο τύπους εκτυπωτών υγρής μελάνης, με βάση τις βαφές (Dyes) και τις χρωστικές (Pigments). Για να διαπιστώσουμε τον τρόπο εποίκισης των μελανιών στα δείγματά μας, πραγματοποιήσαμε εγκάρσιες τομές, από τις οποίες φαίνεται η διαφορετική απορρόφηση των μελανιών από το υπόστρωμα. Στην περίπτωση των βαφών τα μελάνια εισχωρούν στο στρώμα απορρόφησης, ενώ στην περίπτωση των χρωστικών επικάθονται στο επιφανειακό στρώμα (εικ. 25).
Στα δείγματα τα τυπωμένα στους τρεις διαφορετικούς εκτυπωτές, παρατηρούμε τη διαφοροποίηση της τελικής εικόνας ως προς την τονικότητα και την απόδοση της λεπτομέρειας, σε συνάρτηση με την τεχνολογία των μελα-νιών αλλά και των εκτυπωτών (εικ. 26). Επικρατέστερο δείγμα, ύστερα από συγκρίσεις με το πρωτότυπο, θεωρήθηκε αυτό που εκτυπώθηκε στον εκτυπωτή Epson 9900, όπου χρησιμοποιήθηκαν μελάνια με βάση τις χρωστικές.
Μετά την αποκατάσταση του ελλείποντος τμήματος, παρατηρούμε ότι η ψηφιακή συμπλήρωση έχει γίνει έναν τόνο πιο ανοιχτή από το πρωτότυπο έργο, έτσι ώστε να είναι ορατή και στον ανακλώμενο και στον διερχόμενο φωτισμό (εικ. 27). Πρέπει να τονιστεί η δυσκολία στην ψηφιακή απόδοση των πρωτότυπων τόνων της εικόνας στους συγκεκριμένους εκτυπωτές, λόγω της περιορισμένης χρωματικής γκάμας των ψηφιακών μέσων σε σχέση με αυτή της φωτογραφικής εικόνας και της χημικής σύστασης των τόνων. Επιπλέον δυσκολία υπήρξε εξαιτίας της απόκλισης των χρωμάτων ανάμεσα στην οθόνη και στα εκτυπωμένα δείγματα.
Συμπερασματικά, από την έρευνα αυτή προκύπτει ότι υλικά που έχουν χρησιμοποιηθεί ιστορικά στην τεχνολογία και τη συντήρηση των αναλογικών φωτογραφιών, όπως ο συνδυασμός του θειικού βαρίου με την καολίνη, η αλβουμίνη, η ζελατίνη και το αραβικό κόμμι, μπορούν να εκτυπωθούν ψηφιακά με επιτυχία σε εκτυπωτές υγρής μελάνης. Η ψηφιακή συμπλήρωση εκτυπωμένη σε υλικά απόλυτα συμβατά με το πρωτότυπο, μπορεί να αποτελέσει μια εναλλακτική μέθοδο αποκατάστασης στη συντήρηση των φωτογραφιών.

 

Εικον.26 

Η ερευνητική ομάδα αποτελείτο από τους:

Μαρία Μάττα Υπεύθυνη Eργαστηρίου Συντήρησης Φωτογραφιών Τμήμα Φωτογραφικών Αρχείων – Μουσείο Μπενάκη mattamaria1@yahoo.gr

Παναγιώτης Ηλίας Εκπαιδευτικός του Τμήματος Φωτογραφίας Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθήνας panil@teiath.gr

Δέσποινα Ρομπόλα Απόφοιτη του Τμήματος Συντήρησης Έργων Τέχνης Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθήνας

Επιμέλεια: Κάππα Λάμδα

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: