JFK, November 22, 1963: A Bystander’s View of History

Με αφορμή τη συμπλήρωση 50 χρόνων απο τη δολοφονία του.

Η δολοφονία Kennedy είναι ένα από τα πρώτα γνωστά παραδείγματα φωτορεπορτάζ από παρευρισκόμενο κοινό. Πολλοί θεατές κατά τη μοιραία διαδρομή μέσα από το Ντάλλας που ακολουθεί η αυτοκινητοπομπή του Κέννεντυ, έχουν μαζί τους κάμερες και φωτογραφίζουν τα οχήματα  που περνάνε. Είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς κάποιο προηγούμενο ιστορικό γεγονός που έχει καταγραφεί από τόσους πολλούς απλούς θεατές, άνδρες και γυναίκες και ασφαλώς προκαλεί έκπληξη ότι αυτή η ευρεία καταγραφή του γεγονότος, δεν προήλθε από τους εκπαιδευμένους φωτογράφους ειδήσεων που κάλυπταν την εκδήλωση, αλλά από τις ερασιτεχνικές λήψεις των θεατών.
Ο πρόεδρος John F. Kennedy ήταν μία από τις πιο φωτογραφημένες μορφές του 20ου αιώνα. Το χαρισματικό προφίλ του, οφειλόταν εν μέρει -φυσικά- στο νεαρό της ηλικίας και το ωραίο παρουσιαστικό, αλλά ήταν επίσης εξαιρετικά προσεκτικός και έδινε ιδιαίτερο βάρος σχετικά με το ρόλο της φωτογραφίας στην κατασκευή της εικόνας του. Γι’αυτό το λόγο εύρισκε πάντα χρόνο να ποζάρει για τις αδημονούσες λεγεώνες των θαυμαστών του, που κυνηγούσαν ένα φωτογραφικό στιγμιότυπο. Η παρούσα έκθεση εξετάζει το ρόλο των ερασιτεχνών φωτογράφων του Κένεντι ως μαρτύρων ή ως παρατηρητών, στην περίπτωση αυτής της τραγικής δολοφονίας.
Ένα από τα κυριότερα σημεία της έκθεσης είναι η πρώτη εμφάνιση της φωτογραφίας Polaroid που λαμβάνεται από την παριστάμενη Mary Ann Moorman ακριβώς τη στιγμή που η μοιραία σφαίρα χτυπάει τον πρόεδρο. Ήταν η πλησιέστερη θεατής στην προεδρική λιμουζίνα εκείνη τη χρονική στιγμή, μόλις τρία μέτρα μακριά, και ακριβώς απέναντι από τον Abraham Zapruder, ο οποίος κινηματογράφησε τη δολοφονία. Η εικόνα της Moorman κυκλοφόρησε ευρέως απο τα δίκτυα ενημέρωσης εκείνη την εποχή και έγινε η βάση για πολλές θεωρίες συνωμοσίας, καθώς δείχνει καθαρά το αποκαλούμενο Grassy Knoll(επικλινές αλσύλλιο στο βάθος της φωτογραφίας, όπου διακρίνεται αχνά η σιλουέτα ένστολου και ο καπνός από πυροβολισμό).

η polaroid της Mary Ann Moorman
η polaroid της Mary Ann Moorman

Μια σύντομη αναδρομή για το πώς γεννήθηκε ένα είδος φωτογραφίας (φωτογραφία τεκμηρίωσης).
Μέχρι το 1926 δεν υπήρχε ένα όνομα που να καθορίζει αυτό το είδος της φωτογραφίας, η οποία υφίστατο πολύ πριν από αυτή την ημερομηνία. Ένα από τα πρώτα έργα φωτογραφικής τεκμηρίωσης (ντοκουμέντο) πραγματοποιήθηκε στη Γαλλία το 1851, όταν φωτογράφοι δημιούργησαν ένα αρχείο με τους υπο εξαφάνιση χώρους πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας.
Μέχρι την εποχή του αμερικανικού εμφύλιου πολέμου, η τεχνολογία είχε εισχωρήσει στη καταναλωτική κουλτούρα και η φωτογραφία τεκμηρίωσης είχε αρχίσει να εδραιώνεται. Σκεφτείτε ότι ο πατέρας του φωτορεπορτάζ, Mathew Brady, είχε στήσει το σκοτεινό του θάλαμο στο πεδίο της μάχης. Ο τεχνικός εξοπλισμός ήταν βέβαια στα πρώϊμα στάδια εξέλιξης, εντούτοις η καταγραφή έγινε, αλλά περιορίστηκε στη φωτογράφηση των σπαρμένων με πτώματα πεδίων μάχης λόγω των μακροχρόνιων εκθέσεων.
Εγκαταλείποντας το πεδίο μάχης στο Gettysbourg και τους μοναχικούς φωτογράφους, τα άδεια τοπία και τις δύσχρηστες μηχανές, μεταφερόμαστε νοερά πολλές δεκαετίες αργότερα στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα και στην περίοδο της προεδρίας Κέννεντυ που συμπίπτει με μια πραγματική έκρηξη της φωτογραφίας για το πλατύ κοινό, συμπεριλαμβανομένων των νέων καμερών, των ταινιών και των τεχνολογιών. Η Instamatic και η Polaroid είναι μόνο δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα του ενθουσιασμού της μεσαίας τάξης για τη φωτογραφία εκείνη την εποχή και η «εύχρηστη» πρόσβασή τους σε αυτήν.
Επίσης, η γενικότερη διαθεσιμότητα κινηματογραφικών μηχανών στο σπίτι, και το ενδιαφέρον για την καταγραφή μ’αυτές ενός μεγάλου φάσματος γεγονότων, παρήγαγε νέες κοινωνικές οσμώσεις, με αποτέλεσμα την δημιουργία ενός διερευνητικού περιβάλλοντος για το πώς η δολοφονία του Κέννεντυ και η εξέλιξη/ιστορία της φωτογραφίας αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.
Οι φωτογραφίες τεκμηρίωσης εκλαμβάνονται μεν σαν αντικειμενικές, αλλά δεν μπορούν να θεωρηθούν αξιόπιστες όλες οι αποδεικτικές φωτογραφίες. Ένα πρωταρχικό παράδειγμα είναι η διάσημη εικόνα του Alexander Gardner, ο Νότιος ελεύθερος σκοπευτής στο Devil’s Den, όπου ο νεκρός φωτογραφημένος υπό πολλές γωνίες ήταν τοποθετημένος στην τελική θέση φωτογράφησης(μάλιστα σε μία από τις λήψεις διακρίνεται και μέρος της κουβέρτας με την οποία ο φωτογράφος και ο βοηθός του τον μετέφεραν).  Ας μην ξεχνάμε βέβαια τον Weegee και τις περίφημες φωτογραφίες του με τα «διευθετημένα» πτώματα, με τρόπο τέτοιο, που να συμφωνούν -μία υπόθεση κάνω- με τα στερεότυπα που είχαν δημιουργήσει οι σελίδες του Chandler και του Hammett (Δες και την ταινία «The public eye»).

alexander gardner devil's lair
alexander gardner devil’s lair

Σε αντιστοιχία, στη δολοφονία Κέννεντυ επίσης αμφισβητείται η -κατασκευασμένη εκ των υστέρων- παράθεση της ιστορίας με μία ενιαία αφηγηματική άποψη όχι λόγω απόκλισης των θεατών, των οποίων η ένθερμη πίστη στη φωτογραφία, η απόλυτη προσήλωση στην ειλικρίνεια της φωτογραφίας και της αλήθειας που εμπεριείχε, διατηρήθηκε σχεδόν και όλο τον προηγούμενο αιώνα, αλλά από τις δεκάδες των διαφορετικών οπτικών γωνιών της δολοφονίας, που προήλθαν από τις εκατοντάδες των παριστάμενων φωτογράφων. Αυτή η πολλαπλότητα των γωνιών δείχνει πραγματικά τις αμφισημίες που εμπεριέχονται σε κάθε φωτογραφία. Εδώ, η φωτογραφία δεν είναι μεν σκηνοθετημένη αλλά δεν παρέχει και τα στοιχεία για να εξιχνιαστεί το έγκλημα. Αυτή η εγγενής μεταβλητότητα της φωτογραφίας, η αποτυχία της ως αποδεικτικό στοιχείο, νομίζω ότι εκτός της έκπληξης που προκαλεί, αποτελεί και πρωταρχικό παράγοντα αναθεώρησης.
Σε κάθε τεκμηρίωση βέβαια πρωταρχικό ρόλο παίζει και πρέπει να λάμβάνεται σοβαρά υπόψη η εν γένει τοποθέτηση του δημιουργού απέναντι στα δρώμενα, αν και οι θεατές σήμερα, συνηθισμένοι στη ψηφιακή επεξεργασία και στις τροποποιήσεις μέσω Photoshop, είναι πολύ πιο επιφυλακτικοί για την ειλικρίνεια των φωτογραφιών και αρκετά δύσπιστοι με τους εκάστοτε ισχυρισμούς των αρχών και των προβαλλόμενων γεγονότων. αλλά δεν υπάρχει καμία αντίρρηση -νομίζω- για τον τεράστιο ρόλο που έχει παίξει αυτό το είδος φωτογραφίας στην διατήρηση της ιστορίας.

jfk1963_4

Φωτογραφία ντοκουμέντου vs φωτορεπορτάζ.
Η διαφορά μεταξύ των δύο υποκατηγοριών δηλ. ντοκουμέντου  και φωτορεπορτάζ προσδιορίζεται στον τρόπο καταγραφής των ανθρώπων και τα γεγονότων γύρω μας. Ο γενικός κανόνας είναι ότι η εμπλοκή σε ένα μακροπρόθεσμο έργο, μπορεί να χαρακτηριστεί ως ντοκιμαντέρ, ενώ η φωτογραφική καταγραφή έκτακτων γεγονότων εμπίπτει στο φωτορεπορτάζ.
Το τελευταίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εικονογράφηση άρθρων, ενώ ο φωτογράφος ντοκουμέντου λειτουργεί συχνά και σαν δημοσιογράφος και σαν φωτογράφος, προσπαθώντας να πει μια ιστορία σε μια σειρά από εικόνες.
Τα δύο είδη συχνά επικαλύπτονται, αλλά η διαφορά βρίσκεται στην προσέγγιση. «Φωτορεπορτάζ νοείται όταν μπαίνεις μέσα στα γεγονότα, βγάζεις φωτογραφίες και φεύγεις με μια ιστορία, είναι -περίπου- σαν τις παλαιού τύπου αναθέσεις του περιοδικού Life από φωτογράφους που κατέγραφαν στα πρότυπα του W. Eugene Smith. Φωτογράφιζαν σύντομες ιστορίες και στη συνέχεια πέρναγαν σε άλλη, σε μια αποσπασματική προσέγγιση, ενώ το ντοκουμέντο απαιτεί συνήθως απο τους φωτογράφους να ζουν με το θέμα για μεγάλο χρονικό διάστημα και έτσι τους δίνεται η δυνατότητα για να κατανοήσουν (και αυτοί και εμείς) το θέμα και την όλη κατάσταση.»
Ένα δυνατό έργο φωτογραφικής τεκμηρίωσης αφηγείται μια ιστορία που είναι τόσο καλή όσο οποιαδήποτε best-seller μυθιστόρημα. Μπορεί να υποκινήσει μία κοινωνική αλλαγή, να συμβάλει στο να διατηρηθεί ένα κομμάτι της ιστορίας ή απλά να μας κάνει να στρέψουμε το βλέμμα μας σε μια γωνιά του κόσμου που ποτέ δεν γνωρίζαμε ότι υπήρχε.

JFK November 22, 1963: A Bystander’s View of History
OCTOBER 4–JANUARY 19, 2014 στο ICP.

Ερευνα-επιμέλεια-κείμενο: © Κάππα Λάμδα