Η απλοποίηση της σύνθετης τέχνης του διορθωμένου χρώματος.

color space

Σ’έναν ιδεατό -φωτογραφικό- κόσμο, το χρώμα που βλέπουμε στην οθόνη του υπολογιστή μας ή σε εκτυπωμένο χαρτί, πρέπει να είναι το ίδιο με αυτό του αντικειμένου που βρίσκεται μπροστά στο φακό μας. Δυστυχώς όμως, αυτό δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα. Μία αιτία του προβλήματος είναι οι διαφορετικοί τύποι φωτισμού. Τα μάτια μας προσαρμόζονται στις διαφορετικές θερμοκρασίες φωτός όταν κοιτάξουμε γύρω μας, αλλά είμαστε πολύ ευαίσθητοι σε εικόνες που μοιάζουν πάρα πολύ μπλε ή έχουν πορτοκαλί απόχρωση. Το πρόβλημα αυτό εμπίπτει στην ισορροπία λευκού, έτσι δεν είναι πραγματικά μέρος της διαχείρισης χρώματος, το οποίο είναι αυτό που αναλύουμε εδώ.
Μία άλλη αιτία, είναι η εγγενής δυνατότητα των οθονών του υπολογιστή ν’αναπαράγουν ένα συμπιεσμένο χρωματικό φάσμα, επειδή διαθέτουν μία περιορισμένη χρωματική κλίμακα. Οι εκτυπώσεις σε χαρτί έχουν ακόμα μικρότερο χρωματικό εύρος και έτσι δεν αναπαράγουν ό,τι απεικονίζεται στην οθόνη, ασχέτως με τον αριθμό των μελανιών που διαθέτει ο εκτυπωτής.
Η διαχείριση χρώματος σκοπεύει να δώσει την καλύτερη δυνατή συμβιβαστική λύση και μ’αυτό τον τρόπο να εξασφαλιστεί η ομοιομορφία. Κάθε ψηφιακή μηχανή, σαρωτής, οθόνη και εκτυπωτής – δηλαδή κάθε συσκευή που υπάρχει στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ ψηφιακού και πραγματικού κόσμου, έχει τη δική του ερμηνεία για το χρώμα.
Η διαχείριση χρώματος μας επιτρέπει να πραγματοποιούμε την επεξεργασία μιάς εικόνας σ’ένα περιβάλλον ανεπηρέαστο απο τέτοιες εξωτερικές συσκευές. Αυτή είναι και η σημαντικότερη λειτουργία της διαχείρισης χρώματος, η αντιστάθμιση δηλαδή, των διαφορετικών αποδόσεων του χρώματος απο διαφορετικές συσκευές. Αυτό συμπεριλαμβάνεται στη διαδικασία της βαθμονόμησης και της δημιουργίας συγκεκριμένου προτύπου, γιατί κάθε συσκευή χρειάζεται(και πρέπει να έχει) το δικό της πρότυπο, το οποίο λειτουργεί σαν μεταφραστής για τη διερμηνεία του χρώματος.
Γενικά, εργαζόμαστε σε RGB το οποίο είναι ένα χρωματικό πρωτόκολλο απόλυτα εξαρτώμενο απο τις διάφορες συσκευές.
Αυτό σημαίνει ότι αν θέλουμε να σαρώσουμε (σκανάρουμε) ένα κόκκινο αυτοκίνητο οι τιμές RGB που ίσως θα πάρουμε απο το σαρωτή θα είναι -218,49,49- αντίστοιχα. Κάπως έτσι «βλέπει» το κόκκινο αυτοκίνητο. Αντίθετα η οθόνη του υπολογιστή είναι πιθανόν ν’απεικονίσει το κόκκινο με τιμές -224,43,44-, ενώ ο εκτυπωτής ψεκασμού για το ίδιο χρώμα απαιτεί νέες τιμές ας πούμε -217,43,33-. Απο την άλλη πλευρά ένα χρωματικό πρωτόκολλο αποδεσμευμένο απο συσκευές, δεν εξαρτάται απο τις ιδιαιτερότητές τους για να περιγράψει το χρώμα. Το Photoshop χρησιμοποιεί γι’αυτό το σκοπό το χρωματικό μοντέλο CIELAB. Όποτε αλλάζουμε απο ένα χρωματικό πρωτόκολλο σ’ένα άλλο, αυτό γίνεται μεσω του LAB.

Χρωματικές ρυθμίσεις στο PHOTOSHOP.

Το παράθυρο χρωματικών ρυθμίσεων (για τα Windows απο το Edit menu, για Mac OS απο το Photoshop menu) δεν έχει αλλάξει στις τελευταίες εκδόσεις και έχει ως εξής: Η πρώτη ομάδα ρυθμίσεων αναφέρεται στο προφίλ «Working Space», ο οποίος είναι ένας αφηρημένος χρωματικός χώρος που περιγράφει ένα ιδανικό περιβάλλον απαλλαγμένο από τους περιορισμούς και τις ανεπάρκειες της κάθε συσκευής. Είναι επίσης ισορροπημένος στο γκρίζο, που σημαίνει ότι ίσες ποσότητες κόκκινο πράσινο και μπλε θα παράγει ένα ουδέτερο γκρι, σημαντικό στοιχείο στην επεξεργασία εικόνας. Από το αναπτυσσόμενο μενού επιλογής του RGB μπορεί να επιλεγεί το επιθυμητό χρωματικό πλαίσιο. Το μέγεθος είναι πολύ σημαντικός παράγοντας όταν επιλέγουμε χρωματικό πρωτόκολλο. Πρέπει να έχει μία κλίμακα αρκετά μεγάλη, τόσο ώστε να μπορεί να διαχειριστεί τα χρώματα που οι συσκευές εισόδου μπορούν να καταγράψουν, καθώς και τα χρώματα που οι συσκευές εξόδου μπορούν ν’αναπαράγουν. Η Adobe ως προεπιλογή έχει το πρωτόκολλο sRGB (IEC61966-2.1) το οποίο επινοήθηκε απο τη HP και την Microsoft ως ένας τρόπος για την προσέγγιση του πώς οι περισσότερες οθόνες των υπολογιστών μπορεί να αντιπροσωπεύoυν το χρώμα.Κατά συνέπεια, αντιπροσωπεύει μόνο περίπου 35% του ορατού φάσματος και έχει μια από τις στενότερες κλίμακες οποιουδήποτε χρωματικού χώρου εργασίας.  Είναι ένα ιδανικό χρωματικό πλαίσιο για εικόνες που προορίζονται για το διαδίκτυο και η επιλογή του εξασφαλίζει την ακριβή απεικόνιση απο όλους τους περιηγητές ιστού (browsers). Εξασφαλίζει επίσης ομοειδές χρώμα σε όλες τις εφαρμογές, είτε έχουν δυνατότητα διαχείρισης χρώματος είτε όχι (για παράδειγμα το Power Point). Ωστόσο οι ψηφιακές μηχανές μπορούν ν’αναπαράξουν μεγαλύτερη χρωματική κλίμακα απο το sRGB (γιατί το sRGB είναι ο μικρότερος χρωματικός χώρος) και αν θέλουμε τα βέλτιστα αποτελέσματα απο την μηχανή ή τον σαρωτή φίλμ, πρέπει να επιλεγεί χρωματικός χώρος με μεγαλύτερη ευρύτητα. Το Adobe RGB [aRGB (1998)] έχει καθιερωθεί σαν η προκαθορισμένη επιλογή προεκτύπωσης. Είναι μεγαλύτερο απο το sRGB και ικανό να συμπεριλάβει σε μια οθόνη RGB, όλες τις αποχρώσεις που μπορεί να αποδώσει ένας εκτυπωτής CMYK. Διαθέτει μεγαλύτερη κλίμακα, περίπου το 50% του ορατού φάσματος και είναι η καταλληλότερη επιλογή για κάποιον που θέλει να εκτυπώσει τις φωτογραφίες του. Το ProPhoto RGB (1998) είναι ένας ευρύτερος χρωματικός χώρος, ο οποίος αν και απαιτεί περιβάλλον εργασίας 16-bit, είναι αρκετά δημοφιλής απο φωτογράφους που απαιτούν να έχουν και το τελευταίο bit χρωματικής πληροφορίας απο την μηχανή τους. Ας ληφθεί υπ’όψιν ότι αν φωτογραφίζουμε σε JPEG, πρέπει -ακαδημαϊκά- να επιλέξουμε αυτό το χρωματικό πλαίσιο απο το μενού της μηχανής. Αυτό γιατί η επεξεργασία επιτελείται αυτόματα μέσα στη μηχανή. Φωτογραφίζοντας σε Adobe RGB και εισάγοντας τις εικόνες στο Photoshop σαν sRGB είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει ασυμφωνίες και θα επιβραδύνει την όλη διαδικασία. Η εργασία σε RAW αποτελεί την καλύτερη επιλογή, ακόμα και αυτό όμως, δεν είναι σε θέση να παράξει μια ακριβή «μετάφραση» απο την οθόνη στην εκτύπωση.

Πρόθεση απόδοσης

Κατά τη μετατροπή από ένα μεγαλύτερο χρωματικό χώρο σε έναν άλλον (π.χ. του εκτυπωτή), το Photoshop συχνά διαθέτει χρώματα που δεν ταιριάζουν στο χώρο προορισμού, ιδίως τα πιο κορεσμένα και έντονα. Γι’αυτό το λόγο, το πρόγραμμα μας δίνει τέσσερις επιλογές για το πώς η χρωματική διαχείριση αντιμετωπίζει αυτό το πρόβλημα.
Η αντιληπτική πρόθεση απόδοσης μειώνει τον κορεσμό όλων των χρωμάτων, μέχρι του σημείου όπου τα εκτός της κλίμακας χρώματα, να ταιριάζουν στο χώρο προορισμού. Όλα τα χρώματα μετατοπίζονται, ασχέτως αν είναι εντός ή εκτός κλίμακας και αυτό παρέχει το πλεονέκτημα της διατήρησης της σχέσης μεταξύ των χρωμάτων. Είναι η καταλληλότερη επιλογή αν η εικόνα περιέχει σε υψηλό ποσοστό χρώματα εκτός κλίμακας.
Η πρόθεση απόδοσης κορεσμού, θα προσπαθήσει να διατηρήσει τον κορεσμό με κάθε κόστος, με τα χρώματα να μεταφέρονται στην πλησιέστερη απόχρωση. Αυτό βέβαια δεν συνιστάται για φωτογραφίες, αλλά είναι κατάλληλο για διάφορες απεικονίσεις ή σχέδια όπου τα υπερκορεσμένα έντονα χρώματα είναι σημαντικότερα απ’ότι οι ακριβείς αποχρώσεις.
Η σχετική χρωματομετρική (relative colorimetric) αποτελεί την καλύτερη επιλογή για φωτογραφίες, επειδή μ’αυτή την επιλογή μόνο τα εκτός κλίμακας χρώματα συμπιέζονται, ενώ τα εντός κλίμακας παραμένουν αναλλοίωτα. Αυτό μπορεί να αλλάξει τη συνολική σχέση μεταξύ των χρωμάτων και θα πρέπει να δοθεί προσοχή για διαφορετικά χρώματα εκτός κλίμακας που αναπαράγονται πανομοιότυπα.
Η απόλυτη χρωματομετρική (absolute colorimetric), έχει την ίδια συμπεριφορά με τη σχετική χρωματομετρική, εκτός από το ότι δεν χαρτογραφεί το άσπρο σημείο προέλευσης στον προορισμό, αλλά το διατηρεί μέσα στο σημείο προορισμού, χρησιμοποιώντας μελάνι για την προσομοίωση ενός μπλέ ή πιο κίτρινου λευκού. Αυτό είναι  σχεδιασμένο κυρίως για την παραγωγή δοκιμίου (proofing), όπου ο στόχος είναι να προσομοιωθεί το αποτέλεσμα ενός εκτυπωτή σε μια δεύτερη συσκευή.

Τελειώνω με την προφανή ερώτηση, για το ποιό πρωτόκολλο είναι το καταλληλότερο για να χρησιμοποιούμε. Λοιπόν δεν υπάρχει κατηγορηματική απάντηση. Αν και το Adobe RGB έχει πιο ευρεία κλίμακα απο το sRGB, αυτό δεν μεταφράζεται απαραιτήτως σε κάτι σημαντικό για πολλούς χρήστες. Μεγάλος όγκος χρωματικών πληροφοριών που προστίθεται απο το Adobe RGB δεν είναι καν ορατός στην τελική εκτύπωση.
Απο την άλλη πλευρά το sRGB μειώνει αισθητά το χρόνο εργασίας, ειδικά αν οι εικόνες θα χρησιμοποιηθούν σε διαφορετικά μέσα. Απαιτεί λιγότερες μετατροπές  και παράγει εικόνες που θα προβάλλονται περισσότερο σε οθόνες παρά θα εκτυπώνονται.
Τέλος υπάρχει το πρωτόκολλο CMYK, το οποίο σε σχέση με τα άλλα πρωτόκολλα έχει αρκετά μειονεκτήματα και γι’αυτό δεν συνιστάται για τους περισσότερους χρήστες. Το μέγεθος αρχείων RGB είναι τουλάχιστον 1/4 μικρότερο απ’ότι σε CMYK και έχει μεγαλύτερη χρωματική κλίμακα. Επίσης πολλά φίλτρα και λειτουργίες στο Photoshop είναι σχεδιασμένα να λειτουργούν σε περιβάλλον RGB, σε αντίθεση με το CMYK, όπου απλά δεν λειτουργούν.

επιμέλεια-κείμενο: © Κάππα Λάμδα

Advertisements